Εμφανίζει 345 αποτελέσματα

Καθιερωμένη εγγραφή
Οικογένεια

Ψύχα, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Δημήτριος Ψύχας (1837-1909) καταγόταν από οικογένεια εμποροκτηματιών του Άργους, αλλά ο πατέρας του Σωτήρ(ι)ος 1789-1850) σταδιοδρόμησε στον αιγυπτιακό στρατό και επέστρεψε στην Ελλάδα με την εκστρατεία του Ιμπραήμ. Ο ίδιος εργάστηκε ως τελώνης και έφορος σε νησιά των Κυκλάδων κ.ά.· μετά το 1890 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και έγινε λογιστής του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Νέος μετείχε στο κίνημα του Ναυπλίου κατά του Όθωνα (1862) και το 1864 παντρεύτηκε στη Νάξο με εκούσια απαγωγή την αρχοντοπούλα Αρτεμισία (ή Άννα) Βαρότση (1845-1932). Παιδιά τους ήταν η Αικατερίνη (1868-1937), ο διπλωματούχος χημικός και διευθυντής σε κρατικές εμπορικές σχολές Άγις ή Γεώργιος (1874-1945) και ο δικηγόρος αλλά και ερασιτέχνης ποιητής Ιδομενέας (1875-1956). Ο τελευταίος εγκαταστάθηκε το 1906 στο Κάιρο, όπου παντρεύτηκε τη γερμανίδα της Κων/πολης Αμάντα (ή Ελένη) Μάντσκε (1881-1959) και όπου γεννήθηκαν τα τρία παιδιά τους.

Χρόνη, οικογένεια

  • Οικογένεια

1) Δημήτριος Χρόνης (1898-1949). Γιος του Γεωργίου και της Σμαράγδας Χρόνη. Παντρεύτηκε το 1924 την Αναστασία (το γένος Αλεξ. Πιπέρου) και απέκτησαν δύο γιους, τον Γεώργιο, που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924 και τον Αλέξανδρο (Αλέκο), το 1928.
Ο Χρόνης κατετάγη ως εθελοντής στο Ναυτικό το 1912. Τον Νοέμβριο του 1916 προσχώρησε στην Εθνική Άμυνα υπηρετώντας ως δίοπος νοσοκόμος και το 1919 επανήλθε στο Ναυτικό ως δίοπος υποκελευστής γραφέας. Υπηρέτησε στο Ναυτικό ως το 1924, οπότε ζήτησε μετάταξη για την Αεροπορία, στην οποία υπηρέτησε ως διαχειριστής υλικού και τροφίμων, ως τμηματάρχης ανταλλακτικών κινητήρων αεροπλάνων και αυτοκινήτων της Γενικής Αποθήκης Υλικού Αεροπορίας (ΓΑΥΑ), ως μέλος της Επιτροπής περισυλλογής εγκαταλειφθέντος υλικού από τους Γερμανούς (1934-1946) και τέλος με το βαθμό του επισμηναγού στο Ελεγκτήριο Δαπανών του υπουργείου Αεροπορίας (1946-1949). [Για περισσότερες λεπτομέρειες βλέπε υποφάκελο 2.1 Υπηρεσιακά].
2) Χαρίκλεια Ι. Δούση (το γένος Γ. Χρόνη). Έζησε στο χωριό Αντικάλαμο και Σπερχόγεια, όπου ασχολιόταν με αγροτικές εργασίες και είχε αναλάβει τη φροντίδα του πατέρα Χρόνη. Είχε δύο παιδιά: την Βασιλική και τον Παναγιώτη, που έζησαν μαζί της στο χωριό.
3) Παναγιώτης Γ. Χρόνης. Μετανάστευσε στην Αμερική, εγκαταστάθηκε στο Peabody της Μασσαχουσέτης, όπου έζησε τουλάχιστον ως το 1955. Παντρεύτηκε το 1923 την Ευαγγελία, κόρη Αναστασίου Περωτή και απέκτησαν δύο αγόρια: τον Αναστάσιο και Γεώργιο.
4) Κώστας Γ. Χρόνης. Μετανάστευσε στην Αμερική και εγκαταστάθηκε στο Peabody της Μασσαχουσέτης. Χωρίς οικογένεια (;)
5) Αλέξανδρος Αθαν. Πιπέρος (Άργος, 1831-1921). Ασχολήθηκε με το εμπόριο (παντοπώλης). Παντρεύτηκε τη Μαριγώ και απέκτησε δύο γιους τον Γεώργιο και τον Χρήστο, οι οποίοι μετανάστευσαν στην Αμερική, και μία κόρη την Αναστασία (Τασία) που παντρεύτηκε τον Δημήτριο Χρόνη και έζησε στην Αθήνα (Μάρκου Μπότσαρη 52).
6) Γεώργιος Αλεξ. Πιπέρος (George Perros). Έφυγε για την Αμερική το 1907 και εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου έζησε μέχρι το θάνατό του, το 1950. Δούλεψε στην αρχή σε διάφορες δουλειές και αργότερα, για βιοπορισμό, παρέδιδε μαθήματα πιάνου.
7) Χρήστος Αλεξ. Πιπέρος. Πριν φύγει για την Αμερική το 1906, ήταν οινοπώλης στην Αθήνα. Παντρεύτηκε στην Αμερική τη Σταυρούλα (;), αλλά πρέπει να επέστρεψε πριν από το 1950 στην Ελλάδα.
8) Ο Κώστας Πασανιώτης, έμπορος αποικιακών ειδών είχε παντρευτεί αδελφή του Αλεξ. Πιπέρου και ζούσε στην Αθήνα.
9) Ο Πέτρος Κουρτέσης (1865- ;) από την Άνδρο, ήταν οινοπνευματοπώλης και διατηρούσε μαγαζί στην οδό Απόλλωνος 11 στην Αθήνα. Είχε παντρευτεί τη Σοφία Πασανιώτη, η οποία πέθανε το 1941.

Χρηστομάνου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Αναστάσιος Χρηστομάνος γεννήθηκε στη Βιέννη το 1841. Σπούδασε στο Πολυτεχνείο της Βιέννης, της Καρλσρούης και της Χαϊδελβέργης και το 1861 αναγορεύθηκε διδάκτορας. Παντρεύτηκε την κόρη του βαυαρού αυλικού γιατρού Λινδερμάγερ και απέκτησε δύο παιδιά: τον Αντώνιο Χρηστομάνο και τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο.
Διετέλεσε διευθυντής χημικών εργαστηρίων μεγάλων εργοστασίων στην Φραγκφούρτη και τη Μόσχα. Το 1862 εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, προσκεκλημένος από τον υπουργό Παιδείας Επαμ. Δεληγεώργη. Το επόμενο έτος διορίστηκε υφηγητής της χημείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1866 προβιβάσθηκε σε τακτικό καθηγητή της γενικής χημείας. Παράλληλα εξελέγη καθηγητής Φυσικής στο Πολυτεχνείο. Το 1897 χρημάτισε πρύτανης του Πανεπιστήμιου.
Οργάνωσε τις χημικές σπουδές στην Ελλάδα και το 1883 ίδρυσε το Χημείο του Πανεπιστημίου. Μελέτησε τον ακριβή προσδιορισμό του ειδικού βάρους του αργύρου, τις μεθόδους προσδιορισμού μετάλλων της ομάδας των αλκαλίων και τη σύνθεση του διφαινυλίου και των ελληνικών χρωμιτών. Ανέλαβε πολλές αποστολές της κυβέρνησης και αντιπροσώπευσε το πανεπιστήμιο σε επιστημονικά συνέδρια. Το 1866 ανακάλυψε στην Θήρα ίχνη προϊστορικών κατοικιών. Πέθανε στην Αθήνα το 1906.
Από τα έργα του γνωρίζουμε τα εξής: Αναλυτικοί πίνακες (1885), Στοιχεία χημείας, Ανόργανος και οργανική χημεία (2 τ. 1887) και Εισαγωγή εις την χημείαν (1891).
[Πηγές: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία, Αθήνα, Πυρσός, τομ. ΚΔ΄· Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983, τομ. 9Β]

Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, γιος του Αναστασίου Χρηστομάνου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1867. Από μικρός έπασχε από κύφωση. Το 1884 ενεγράφη στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά την εγκατέλειψε στο τρίτο έτος, για να σπουδάσει φιλολογία στην φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου της Βιέννης. Το 1887 δημοσίευσε την μελέτη: Γενεαλογικά μελετήματα Α΄. Το γένος Λίμπονα εξ ανεκδότου πραγματείας: Το αθηναϊκόν αρχοντολόγιον και ο βυζαντινισμός εν Αθήναις/ Ελλάδι. Το 1891 αναγορεύθηκε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Ίνσμπουρκ. Ο τίτλος της διατριβής του ήταν Περί των Βυζαντινών θεσμών εν τω Φραγκικώ Δικαίω. Κατά το διάστημα 1891-1893 διετέλεσε αποσπασματικά δάσκαλος ελληνικών και συνοδός της αυτοκράτειρας της Αυστρίας Ελισάβετ. Τότε έλαβε την αυστριακή υπηκοότητα και τον τίτλο του Βαρώνου και του Ιππότου του τάγματος του Φραγκίσκου Ιωσήφ. Μέλος της Εραλδικής Εταιρείας στη Βιέννη, εργάσθηκε εθελοντικά για μερικούς μήνες στην Βιβλιοθήκη του Βατικανού στη Ρώμη. Εκεί ασπάσθηκε το καθολικό δόγμα και μόνασε για πέντε μήνες (Νοέμβριος 1892-Μάρτιος 1893) στο μοναστήρι του Μόντε Κασσίνο. Ανήκε στην ιδρυτική ομάδα του περιοδικού Wiener Rundschau (1892). Το 1895 διορίσθηκε λέκτορας των Νέων Ελληνικών στην Βιέννη και καθηγητής στο Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών. Αναγκάσθηκε να παραιτηθεί τον Δεκέμβριο του 1898, όταν με την έκδοση του βιβλίου του Tagebucher (Φύλλα ημερολογίου) προκάλεσε την δυσαρέσκεια της Αυλής και την απαγόρευση του έργου από την λογοκρισία. Το πεζογράφημα μεταφράστηκε στα γαλλικά, τα ιταλικά και αργότερα στα ελληνικά, με τίτλο: Το βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισάβετ, φύλλα ημερολογίου (1911). Θέμα του βιβλίου αποτελούσαν οι συναντήσεις του αφηγητή, με την αυτοκράτειρα Ελισάβετ, γνωστή ως Πριγκίπισσα Σίσσυ. Ο Χρηστομάνος εγκατέλειψε οριστικά την Αυστρία, ταξίδεψε στο Παρίσι, την Νεάπολη, την Μασσαλία, την Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εκείνη την εποχή έγραψε και το μοναδικό ποιητικό του έργο: Orphische Lieder (Ορφικά τραγούδια, 1899). Το 1901 ίδρυσε το θέατρο «Νέα Σκηνή», εργαζόμενος ο ίδιος ως σκηνοθέτης. Ανέβασε έργα των Ίψεν, Τολστόι, Γκολντόνι, Τουργκένιεφ, και των ελλήνων Καμπύση, Ξενόπουλου και Μ. Αυγέρη. Παρουσίασε επίσης πολλές ελαφρές κωμωδίες και έργα του γαλλικού Βουλεβάρδου. Η «Νέα Σκηνή» έκλεισε το 1905 λόγω οικονομικών δυσκολιών. Στα θεατρικά του έργα συγκαταλέγονται: το ονειρόδραμα Die graue Frau (1898, στα ελληνικά: Η σταχτυά γυναίκα χ.χ.), Τα τρία φιλιά· Τραγική σονάτα σε τρία μέρη (παίχθηκε το 1909 από το θέατρο της Μαρίκας Κοτοπούλη) και η τρίπρακτη αθηναϊκή ηθογραφία Ο Κοντορεβυθούλης (1909). Το 1911 δημοσίευσε το δεύτερό του πεζογράφημα: Η κερένια κούκλα· Αθηναϊκό μυθιστόρημα, το οποίο διασκευάστηκε σε θεατρικό από τον Παντ. Χορν το 1915. Ο Κ. Χρηστομάνος πέθανε στην Αθήνα το 1911, σε ηλικία 44 ετών.
Άφησε ανέκδοτες τις μεταφράσεις των τραγωδιών Αντιγόνη και Άλκηστις. Η τελευταία είχε πραγματοποιηθεί σε συνεργασία με τον Ηλ. Π. Βουτιερίδη και αποτέλεσε το πρώτο αρχαίο δράμα που παίχθηκε μεταφρασμένο στην δημοτική. Στα ανέκδοτα συγκαταλέγονταν και τα γερμανικά έργα: Η αυλιτρίς και Η ζωή.
[Πηγές: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία, Αθήνα, Πυρσός, τομ. ΚΔ΄· Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983, τομ. 9Β· Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, http://el.wikipedia.org/wiki/, τελευταία επίσκεψη: 17/10/2006· Το βιβλίο στην Ελλάδα. Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών. Χρηστομάνος Κωνσταντίνος http://book.culture.gr/1935/detail.asp?ID=414, τελευταία επίσκεψη: 17/10/2006· Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο 1900-1914, Αθήνα, Σοκόλης, τομ. ΙΑ]

Φραγκούδη, οικογένεια

  • Οικογένεια
  • 1737-

Σημαντική οικογένεια της Κύπρου, που άκμασε κατά τον 18ο αιώνα και εξής και διακρίθηκε σε διάφορους τομείς. Πρώτο μέλος της οικογένειας στην Κύπρο ήταν ο γιατρός Δημήτριος Φραγκούδης από την Τεργέστη, ο οποίος γύρω στα 1737 εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό.
Γνωστότερα μέλη της οικογένειας Φραγκούδη είναι (αλφαβητική σειρά με βάση το πρώτο όνομα)
Γιάγκος ή Ιωάννης Φραγκούδης: Γνωστός αγωνιστής στην ελληνική επανάσταση του 1821. Γεννήθηκε το 1800 και πέθανε το 1880. Σπούδασε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και στην Ακαδημία της Κέρκυρας. Με την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, το 1821, πήγε στις Σπέτσες και κατετάγη εθελοντικά στο πολεμικό καράβι «Ηρακλής» του Αναργύρου Α. Χατζηαναργύρου. Κατά την αγωνιστική αυτή υπηρεσία του, το 1821-1822, κρατούσε και το πολεμικό ημερολόγιο του πλοίου «Ηρακλής» το οποίο αργότερα ο γιος του Επαμεινώνδας Φραγκούδης δώρισε στο Εθνολογικό Μουσείο Αθηνών (1884). Αργότερα ο Γιάγκος Φραγκούδης υπηρέτησε και σε άλλα καράβια (αναφέρεται ότι διετέλεσε γραμματέας του πλοίου του Γ. Χατζηανδρέου). Ήταν γνωστός και με την προσωνυμία Γιαμαρέλλος.
Δημήτριος Φραγκούδης: Καταγόταν από την Τεργέστη και ήταν γιατρός. Ιδρυτής της κυπριακής οικογένειας Φραγκούδη. Ήρθε στην Κύπρο περί το 1737 κι εγκαταστάθηκε στη Λεμεσό. Το 1738 διορίστηκε ως ο πρώτος υποπρόξενος της Αγγλίας στη Λεμεσό.
Δημήτριος Φραγκούδης: Εμπορευόμενος της Λεμεσού. Πέθανε το 1828. Πρόξενος της Νεαπόλεως (Δύο Σικελιών), πρόξενος του Cinque Porti (=Πέντε Λιμάνια, Αγγλία), υποπρόξενος της Αγγλίας και προξενικός πράκτορας της Ρωσίας και της Γαλλίας στη Λεμεσό. Με τις διπλωματικές του αυτές ιδιότητες μπόρεσε να βοηθήσει πολλούς Έλληνες Κυπρίους, ιδίως κατά τη διάρκεια των εκτεταμένων σφαγών από τους Τούρκους το 1821.
Επαμεινώνδας Φραγκούδης: Γιος του αγωνιστή Γιάγκου Φραγκούδη. Γεννήθηκε κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα και πέθανε το 1892. Σπούδασε στη γνωστή Ιόνιον Ακαδημία της Κέρκυρας. Στην Κύπρο επέστρεψε ως γραμματέας του ελληνικού υποπροξενείου της Λάρνακας. Το 1848 ανέλαβε τη διεύθυνση της Ελληνικής Σχολής Λευκωσίας, μέχρι το 1854, οπότε κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί εξέδωσε το 1856-1857 το περιοδικό Θελξινόη. Αργότερα εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι όπου εργάστηκε ως καθηγητής σε ανώτερες σχολές και ύστερα στο εκεί Πανεπιστήμιο. Υπήρξε συνεργάτης εφημερίδων (Ἀμάλθεια και Ἐφημερίς της Σμύρνης, Νέα Ἡμέρα της Τεργέστης, Ἡ Ἓνωσις Ερμουπόλεως• στην τελευταία δημοσίευσε το 1855 σε συνέχειες το ιστορικό διήγημά του Οἱ Βαχαβίται). Ασχολήθηκε με την ποίηση και τη λαογραφία, ιδίως τη συλλογή και καταγραφή των δημοτικών τραγουδιών.
Ευρυβιάδης Φραγκούδης. Ξάδελφος του Επαμεινώνδα Φραγκούδη. Γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1829 και πέθανε στην Αλεξάνδρεια το 1887. Εμπορευόμενος, προξενικός πράκτορας της Αγγλίας, Σουηδίας και Νορβηγίας στη Λεμεσό (1853-1866) και υποπρόξενος των ιδίων χωρών στη Λεμεσό (1866-1879). Ύστερα από ατυχίες του στο εμπόριο, εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου ανέλαβε την αρχισυνταξία της εφημερίδας Ὁμόνοια. Στην Αλεξάνδρεια εξέδωσε Ἐγχειρίδιον Χωρογραφίας καί Γενικῆς Ἱστορίας τῆς Κύπρου (τεύχος Α', 1885, τεύχος Β', 1886).
Ιωάννης Φραγκούδης: Από τις μεγαλύτερες αθλητικές φυσιογνωμίες του ελληνικού αθλητισμού. Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο τον 18ο αιώνα και πέθανε στην Αμερική το 1916. Ακολούθησε τη στρατιωτική σταδιοδρομία κι αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων, στην οποία αργότερα εργάστηκε κι ως καθηγητής. Πήρε μέρος σε αποστολές σε διάφορες χώρες. Ως αξιωματικός του πυροβολικού, πήρε μέρος στους πολέμους του 1897 και του 1912-13. Στην πρώτη διοργάνωση των σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα, το 1896, κέρδισε μετάλλια στα αγωνίσματα της σκοποβολής με πιστόλι από απόσταση 25 μέτρων και της σκοποβολής με πολεμικό όπλο από απόσταση 300 μέτρων. Τιμήθηκε με τον μεγαλόσταυρο του Φοίνικος.
Μενέλαος Φραγκούδης: Λόγιος, εκπαιδευτικός, δημοσιογράφος, μεταφραστής και αθλητής, γιος του νομικού και δικαστή Δημητρίου Φραγκούδη και πατέρας του αθλητή Pένου Φραγκούδη. Γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1871 και πέθανε το 1931. Το 1896 εξέδωσε στη Λεμεσό την εβδομαδιαία εφημερίδα Ἀναγέννησις και από τον επόμενο χρόνο τη σημαντική εφημερίδα Ἀλήθεια την οποία και διηύθυνε μέχρι τον χρόνο του θανάτου του. Διετέλεσε μέλος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου και της εφορείας των Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λεμεσού, μέλος της Εθνικής Οργανώσεως Κύπρου (Ε.Ο.Κ.) και του Εθνικού Συμβουλίου. Φανατικός υπέρμαχος της δημοτικής γλώσσας, δημοσίευσε σχετικές μελέτες κι έκανε πολλές ομιλίες για την καθιέρωσή της. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του πρώτου Γυμναστικού Συλλόγου της Κύπρου, του Γ. Σ. Ολύμπια (Γ. Σ. Ο.) που ιδρύθηκε το 1892. Ως αθλητής ο ίδιος κέρδισε το άλμα εις ύψος με κοντάρι στους πρώτους Παγκύπριους αγώνες που έγιναν στη Λεμεσό το 1896.
Νικόλαος Φραγκούδης: Γνωστός και ως Νικολάκης. Γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1857 και πέθανε το 1913. Αδελφός του Μενελάου Φραγκούδη. Καθηγητής της γαλλικής στην Ελληνική Σχολή Λεμεσού και εκδότης, κατά το 1901-1902, της εβδομαδιαίας εφημερίδας Διάπλασις στη Λάρνακα. Λόγιος. Έγραψε ποιήματα κοινωνικά και πατριωτικά που εξέδιδε σε φυλλάδια και τα διένειμε, συνήθως δωρεάν. Ποιήματά του έχουν επίσης δημοσιευθεί σε έντυπα της εποχής.
Ρένος Φραγκούδης: Γιος του Μενελάου Φραγκούδη, σημαντικός αθλητής. Γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1909 και πέθανε στην Αθήνα το 1982. Πήρε μέρος σε δυο Ολυμπιάδες (Λος Άντζελες το 1932 και Βερολίνο το 1936). Στον Φραγκούδη απονεμήθηκε, για την πολυσήμαντη προσφορά του στον ελληνικό αθλητισμό, ο Μεγαλόσταυρος του Φοίνικος.
Τάκης (Δημήτριος) Φραγκούδης: Ζωγράφος. Γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1900 και πέθανε στην Αθήνα το 1978. Γιος του Μενελάου Φραγκούδη.

Φρέρη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Νικόλαος Φρέρης (Ερμούπολη, 1913 - Αθήνα, 1951). Νομικός, ανταποκριτής της “Ακροπόλεως” στη Σύρο την περίοδο 1937-1940. Από το 1942 μέχρι το θάνατό του υπηρέτησε σε διάφορα σωφρονιστικά ιδρύματα. Συγκεκριμένα υπήρξε διαχειριστής και υποδιευθυντής των φυλακών της Αίγινας (1942-1947) και διευθυντής των φυλακών Αργοστολίου και των αγροτικών φυλακών του Βίδου στην Κέρκυρα.
Βελισάριος Φρέρης (Ερμούπολη, 1900 - Αθήνα, 1968). Θεατρικός συγγραφέας και διηγηματογράφος. Εργάστηκε στο γραφείο τύπου της Ηλεκτρικής Εταιρείας Αθηνών Πειραιώς (Η.Ε.Α.Π.), όπου έγραφε και μετέφραζε διαφημιστικά φυλλάδια και επιμόρφωνε το προσωπικό σε θέματα διαφήμισης (1937-1939).
Λεονάρδος Φρέρης. Πατέρας των δύο προηγουμένων, εμποροράπτης στη Σύρο.
Ελένη Βουρδουμπάκη, το γένος Ανεμογιαννάκη. Μητέρα της Μαρίκας Φρέρη, συζύγου του Βελισάριου.

Τυπάλδου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Παλιάς αρχοντική οικογένεια της Κεφαλονιάς με καταγωγή από Γαλλία ή Γερμανία.

Τσουδερού, οικογένεια

  • Οικογένεια

Εμμ. Τσουδερός (1882-1956). Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Διετέλεσε πρωθυπουργός της εξόριστης κυβερνήσεως κατά τα έτη 1941-1944. Μέλη της οικογένειας Τσουδερού διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στις υποθέσεις της Κρήτης κατά τη διάρκεια 19ου – 20ου.

Τζανίδη, Κωνσταντίνου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Η οικογένεια του Κωνσταντίνου Τζανίδη προέρχεται από την περιοχή Μισθί του Ικονίου της Μικράς Ασίας. Το Μισθί (ή Μιστί) ήταν πρώην ελληνική κωμόπολη στην επαρχία Νίγδης της Καππαδοκίας, στη σημερινή Τουρκία, όπου στις αρχές του 20ού αιώνα ζούσαν 400 περίπου χριστιανικές οικογένειες. Το Ικόνιο υπήρξε σημαντικό κέντρο του μικρασιατικού ελληνισμού και αποτελούσε πόλη με ιδιαίτερο χαρακτήρα. Μέχρι το 1922 η ελληνική δραστηριότητα κυριαρχούσε στην οικονομία του Ικονίου και της ευρύτερης περιοχής, με κυριότερες επαγγελματικές ασχολίες αυτές της ταπητουργίας και της επεξεργασίας δερμάτων. Στους Έλληνες της περιοχής είχε απαγορευτεί από τις οθωμανικές αρχές η χρήση της ελληνικής γλώσσας και με τον καιρό έφτασαν να χρησιμοποιούν μια διάλεκτο – μίξη τουρκικής και ελληνικής γλώσσας, τα καραμανλίδικα.

Τεφόπουλου ή Τέφου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Τα πρώτα μέλη της οικογένειας Τεφόπουλου που εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο, την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, ήταν ο Μιχαήλ Τεφόπουλος (1874;-1921) από το χωριό Τσαραπλανά του Πωγωνίου της Ηπείρου και η σύζυγός του Βασιλική το γένος Βίτσικα με την ίδια καταγωγή. Ο Μ. Τεφόπουλος διατηρούσε αρτοποιείο στην πόλη Μενούφ ενώ είχε ξεκινήσει ως αρτεργάτης στην Τάντα της Αιγύπτου. Απέκτησαν δύο παιδιά τον Χρήστο (Βασιλικό, 1903) και τη Σταματία. Ο Χρήστος συνέχισε τη λειτουργία του αρτοποιείου στο Μενούφ και από το 1942 στο Sidi Gaber της Αλεξάνδρειας, ενώ εργάστηκε και ως οδηγός δημόσιου οχήματος. Άλλαξε το οικογενειακό επίθετο σε Τέφος. Παντρεύτηκε την Αλεξάνδρα Ζιάρρου από το Βασιλικό Πωγωνίου Ηπείρου και απέκτησαν τρία παιδιά:τη Βασιλική (1928), τον Μιχάλη (1930), τον Σταύρο (1934) και την Ελένη (1945) από τα οποία το πρώτο απεβίωσε σε νηπιακή ηλικία. Σε έγγραφο του 1969, ο Χρήστος Τέφος φαίνεται πλέον ως κτηματίας με μόνιμη διαμονή στην Πτολεμαΐδα.

Στεφάνου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Η οικογένεια Στεφάνου καταγόταν από τη Σαρατσά της Κορώνης Πελοποννήσου και εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο μετά τα Ορλωφικά.
Ο Παναγιώτης-Μαρίνος Στεφάνου, γιος του Θεοδώρου και της Μαρίας Ρίζου-Χίτου, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1791. Σπούδασε γιατρός στην Πίζα και στο Παρίσι και το 1813 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου άσκησε το επάγγελμά του ιατροχειρούργου με ανιδιοτέλεια και ανθρωπισμό.
Δραστήριο μέλος της Φιλικής Εταιρείας και της Επιτροπής Αγώνος Ζακύνθου διακρίθηκε για τη μόρφωσή του και τον πατριωτισμό του και προσέφερε πολλά στον Αγώνα Ανεξαρτησίας των Ελλήνων (βλέπε και το αρχείο Διονυσίου Ρώμα). Μετά από πρόταση του άγγλου Αρμοστή (Th. Maithland) μεσολάβησε ο ίδιος στην απελευθέρωση των γυναικών του Χουρσίτ Πασά που αιχμαλωτίστηκαν μετά την άλωση της Τριπολιτσάς.
Παντρεύτηκε το 1823 την Almaide Honorine de Chantal κόρη του γάλλου προξένου Maximilien Hegesippe Ildephonse de Chantal και της Maria Rosa de Beon και απέκτησε μαζί της πέντε παιδιά από τα οποία επέζησαν η Μαρία Ρόζα και ο Διονύσιος. Η γυναίκα του πέθανε νεότατη από ευλογιά το 1837.
Τιμήθηκε από την Γ΄Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας (1827) και από τον Οθωνα με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος (1841), ενώ υπήρξε ευεργέτης της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας.
Πέθανε στη Ζάκυνθο την 1 Ιουνίου 1863, λίγες μόνο μέρες μετά την Ενωση της Επτανήσου με την Ελλάδα.
Ο γιος του Παναγιώτη-Μαρίνου Στεφάνου Διονύσιος, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στις 13 Νοεμβρίου 1835. Τελείωσε το σχολείο στο ¨Ελληνικό Εκπαιδευτήριο¨ στην Αθήνα και παρακολούθησε για δύο χρόνια μαθήματα Νομικής στο Πανεπιστήμιο. Το 1857 πήγε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του, όπου και πήρε το πτυχίο της Νομικής.
Το 1864 διορίστηκε ειρηνοδίκης στην Κέρκυρα και ακολούθησε όλες τις βαθμίδες της δικαστικής υπηρεσίας μέχρι τον προβιβασμό του σε αρειοπαγίτη το 1873.
Το 1882 διορίστηκε από τον Χ. Τρικούπη νομικός σύμβουλος του υπουργείου Εξωτερικών και ένα χρόνο αργότερα (1883) αντιπροσώπευσε την Ελλάδα στη Διεθνή Επιτροπή Αποζημιώσεων Αιγύπτου. Ανέλαβε επίσης τη νομική και διπλωματική επίλυση της ελληνορουμανικής διαφοράς που είχε προκύψει με το θέμα της κληρονομίας Ζάππα. Το 1888 προήχθη σε δικαστικό σύμβουλο του υπουργείου Οικονομικών και πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου. Μετά το θάνατο του Κ. Λομβάρδου, ο Χ. Τρικούπης πρότεινε στον Δ. Στεφάνου να παραιτηθεί από τα υψηλά δικαστικά του καθήκοντα και να εκτεθεί ως υποψήφιος βουλευτής του κόμματος του Λομβάρδου στη Ζάκυνθο. Ο Δ. Στεφάνου πρωτοεξελέγη βουλευτής το 1890, ενώ από το 1893 ως το 1895 διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης και Εξωτερικών. Μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο έλαβε μέρος μαζί με τον έλληνα πρεσβευτή Ν. Μαυροκορδάτο στις διαπραγματεύσεις στην Κων/πολη για την οριστική υπογραφή συνθήκης ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Διετέλεσε επίσης υπουργός Δικαιοσύνης (1908-9) επί κυβερνήσεως Γ. Θεοτόκη και το 1909 ανέλαβε τη διεύθυνση του Πολιτικού Γραφείου του βασιλέως Γεωργίου Α΄, θέση από την οποία παραιτήθηκε δύο χρόνια αργότερα.
Υπήρξε μέλος πολλών Συλλόγων και Εταιρειών (Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία, Εθνική Εταιρεία κ. ά. ) καθώς και υψηλόβαθμος τέκτονας.
Σπουδαίος νομομαθής, ο Δ. Στεφάνου έγραψε πολλές νομικές μελέτες, άρθρα και βιβλιοκρισίες.
Διακρίθηκε και τιμήθηκε με τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Σωτήρος, με Μεγαλόσταυρους και άλλα παράσημα ξένων κρατών.
Παντρεύτηκε το 1869 την Αικατερίνη Αλεξίου Πάλλη και απέκτησαν πέντε παιδιά: τον Αλέξιο, την Ονορίνα, τον Δημήτριο, τον Γεώργιο και τον Ιωάννη.
Πέθανε την 1 Νοεμβρίου 1916 μετά από ασθένεια που οφειλόταν σε ελώδεις πυρετούς.

Σταύρου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Σταύρος Ιωάννου ή Τσαπαλάμος (θ. 1823) ήταν έμπορος και πρόκριτος στα Γιάννινα επί Αλή Πασά. Γιος του ήταν ο Γεώργιος Σταύρου που υπηρέτησε από το 1825 σε διάφορες θέσεις στην ελεύθερη Ελλάδα και ίδρυσε αργότερα την Εθνική Τράπεζα.

Σπάρτση, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Χατζή Αναστάσιος Σπάρτσης κατάγεται από παλιά οικογένεια του Ντραζιλόβου Νάουσας, η οποία εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Νάουσα μετά την καταστροφή του 1822. Εργαζόταν ως υδραυλικός την εποχή της κατασκευής των μεγάλων εργοστασίων της πόλης (τέλη 19ου-αρχές 20ου αι.), οπότε οι γνώσεις του αξιοποιούνται για την κατασκευή των υδραγωγών που φέρνουν το νερό που κινεί τις βιομηχανίες. Επίσης δραστηριοποιείται σε διάφορες επιχειρήσεις, ενώ πριν την απελευθέρωση αγοράζει ένα μεγάλο τουρκικό τσιφλίκι στον Αρχάγγελο Ναούσης.
Ο γιος του Νικόλαος Σπάρτσης (1921-2018) απόφοιτος του Λαππείου Γυμνασίου Νάουσας, σπούδασε γεωπόνος στο ΑΠΘ κατά την κατοχή και δίδαξε ως καθηγητής στο ΤΕΙ Γεωπονίας Θεσσαλονίκης. Συνέγραψε πλήθος βιβλίων περί γεωπονικών, λαογραφικών και άλλων θεμάτων.
Πηγή: Δελτίο Περιγραφής Αρχείου από τον φορέα

Σολομού, οικογένεα

  • Οικογένεια

Η οικογένεια Σολομού, με καταγωγή πιθανότατα από το Σαλέρνο, μετοίκησε στην Κεφαλονιά είτε την περίοδο της φραγκικής κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης είτε στις αρχές του 16ου αιώνα. Άλλος κλάδος της οικογένειας μετανάστευσε στην Κρήτη και την Πελοπόννησο και μετά την τουρκική κατάκτηση κατέφυγε στη Ζάκυνθο, κλάδο από τον οποίο κατάγεται και ο εθνικός ποιητής Διονύσιος Σολωμός. Η οικογένεια Σολομού απέκτησε ως φέουδα σημαντικές εκτάσεις στην Κεφαλονιά και εγγράφεται στη Χρυσή Βίβλο το 1593. Οι Σολομοί απέκτησαν μεγάλη κτηματική περιουσία και διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην οικονομική και πολιτική ζωή του νησιού. Από τα μέλη της οικογένειας, ο Νέστωρ Σολομός (1810 – 1869), υπέρμαχος της ριζοσπαστικής ιδεολογίας, αγωνίστηκε για την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα και εξελέγη βουλευτής στις πρώτες εκλογές μετά την ένωση. Ο Μαρίνος-Παναγής (1804 – 1894), δόκτωρ της Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας, εξέδωσε σπουδαίες νομικές μελέτες στο χώρο του Διοικητικού Δικαίου, με γνωστότερη την γραμμένη στην ιταλική γλώσσα «Γενική Δημοσιονομία της Νήσου Κεφαλληνίας» (Κέρκυρα, 1859). Ο Αλέξανδρος Σολομός (1803 – 1885) ήταν νομικός με σπουδές στο Παρίσι, διετέλεσε δικαστής στην Ελλάδα την περίοδο της διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια, αλλά έμεινε περισσότερο γνωστός με την ενασχόλησή του με το θέατρο. Ο Αλέξανδρος εισήγαγε τη δεκαετία του 1830 στην Κεφαλονιά το ιταλικό μελόδραμα και μετασκεύασε το αρχοντικό του στο Αργοστόλι σε θέατρο που έμεινε γνωστό ως θέατρο Σολομού. Ο Αλέξανδρος είχε δύο γιους: τον Μιλτιάδη και τον Θεμιστοκλή και μία κόρη. Ο Μιλτιάδης έκανε δουλειές στο Δνείπερο με ρυμουλκά ατμόπλοια και φορτηγίδες. Ο Θεμιστοκλής ζούσε στην Οδησσό και είχε παντρευτεί το 1881 στη Βιέννη την κόρη του Παρ.Σκαραμαγκά. Ο δισέγγονος του Αλέξανδρου, Αλέξης Σολομός (1918 – 2012) ήταν θεατρικός συγγραφέας, μεταφραστής, σκηνοθέτης σε θέατρα του Λονδίνου, της Νέας Υόρκης, στο Εθνικό Θέατρο, ενώ διετέλεσε και διευθυντής του τελευταίου.
[πηγές βιογραφικού: Μαρία Σολομού, Από το Σαλέρνο στο Αργοστόλι. Η ιστορία μιας οικογένειας, 1966. Ηλίας Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τ. Α, Αθήνα: Λεωνής, 1904, σ. 607-608. «Ο Αλέξης Σολομός και η Κεφαλονιά. Μια μικρή θεατρική ιστορία» http://eliaswords.blogspot.com/2011/09/blog-post_08.html.]

Σκίπη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Ευάγγελος Σκίπης ήταν αξιωματικός του στρατού. Ο Σωτήρης Σκίπης ήταν γνωστός λογοτέχνης.

Σαχτούρη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Μέλη της οικογένειας
Σαχτούρης, Γεώργιος (1775-1841)
Σαχτούρης, Δημήτριος
Σαχτούρης, Σταμάτης
Σαχτούρης, Θεμιστοκλής
Σαχτούρης, Αλέξανδρος Δημητ.
Σαχτούρης, Δημήτριος Αλεξ.

Σακελλαρίου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Αρκετά μέλη της οικογένειας Σακελλαρίου ξεχώρισαν με τη δράση τους σε καθοριστικά γεγονότα του 19ου και 20ου αιώνα (την Ελληνική Επανάσταση, την ανάδυση του Πανσλαβισμού, το Σταφιδικό Ζήτημα και τον Διχασμό) ή το επιστημονικό τους έργο, ενώ άλλα πάλι, όπως ο ακαδημαϊκός Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, διακρίθηκαν για το επιστημονικό τους έργο.

Το οικογενειακό δέντρο των οικογενειών Λυκούργου Λογοθέτη και Σακελλαρίου διακλαδώνεται όταν ο Μιχαήλ Γ. Σακελλαρίου (1846-1919), διδάκτορας νομικής και δημοσιογράφος, παντρεύεται την ανιψιά του Αλέξανδρου Λυκούργου, Μαρία.

Ρώμα, οικογένεια

  • Οικογένεια

Για τα γενεαλογικά και βιογραφικά των κλάδων της οικογένειας Ρώμα, βλέπε Eugene Rizo-Rangabe, Livre d΄ οr de la noblesse ionienne. Volume III Zante. Athenes, Eleftheroudakis, 1927 pp. 213-231.
Διονύσιος Ρώμας: Γόνος της παλαιάς οικογένειας των ευγενών της Ζακύνθου με ιταλική καταγωγή, ο Διονύσιος Ρώμας, γιος του προξένου της Βενετίας στην Πελοπόννησο, Γεωργίου Κανδιάνου Ρώμα (1725-1796) και της Διαμαντίνας Καπνίση, γεννήθηκε το 1771. Σπούδασε νομικά στην Πάδοβα και όταν τελείωσε τις σπουδές του επέστρεψε στη Ζάκυνθο. Το 1794 ο Ρώμας διαδέχθηκε τον πατέρα του στη θέση του γενικού προξένου της Βενετίας στο Μοριά και στη Ρούμελη. Με αυτή την ιδιότητά του συνδέθηκε και καλλιέργησε σχέσεις με τους σημαντικότερους προκρίτους (Μαυρομιχάληδες, Ζαΐμηδες, Λόντους, Δεληγιάννηδες, Νοταράδες, Κρεββατάδες) και οπλαρχηγούς του τόπου. Από τους οπλαρχηγούς ξεχώρισε τον Θ.Κολοκοτρώνη με τον οποίο συνδέθηκε με στενή φιλία. Το 1803 εκλέχθηκε μέλος της συντακτικής επιτροπής για τη ψήφιση του Επτανησιακού Συντάγματος και το 1806 διορίστηκε στη θέση του Πρύτανη Κερκύρας, από όπου διαχειρίστηκε με απαράμιλλη ευθύτητα τις εγχώριες υποθέσεις. Το 1809 εξελέγη γερουσιαστής και το 1810 ταξίδεψε ως αντιπρόσωπος των Ιονίων Νήσων, μαζί με τους Ε.Θεοτόκη, Μ.Μεταξά, Σπ.Κονδό και Στάμο Χαλικιόπουλο, στο Παρίσι για να συγχαρεί τον Ναπολέοντα Α΄ για τη γέννηση του γιού του, βασιλιά της Ρώμης. Στη Γαλλία παρασημοφορήθηκε με το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής. Την άνοιξη του 1815 ο Ρώμας ως Μέγας Διδάσκαλος του τεκτονισμού ίδρυσε στη Ζάκυνθο Στοά με το όνομα “Αναγεννηθείς Φοίνιξ”. Το 1816 ήρθε σε σύγκρουση με τον άγγλο Ύπατο Αρμοστή Θ.Μαίτλαντ για την επιβολή απολυταρχικού καθεστώτος και έφυγε από την Κέρκυρα για τη Ζάκυνθο, όπου παρέμεινε και αφιερώθηκε ολόψυχα σε πατριωτικά και πνευματικά έργα. Τον Απρίλιο του 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αριστείδη Παπά. Το 1820 αγγλικό στρατιωτικό άγημα απέκλεισε το αρχοντικό του Ρώμα με σκοπό την ανακάλυψη μυστικών πατριωτικών εγγράφων, ενώ ο Ρώμας δικαιολογήθηκε στον τοποτηρητή Ross, τέκτονα χαμηλότερου βαθμού, ότι επρόκειτο για τεκτονικά έγγραφα και έτσι σταμάτησε κάθε ενέργεια. Παρ’ όλα αυτά για να αποφύγει την καταδίωξη των Άγγλων και τη φυλάκιση, ο Δ.Ρώμας κατέφυγε στη Βενετία, όπου παρέμεινε για τέσσερα χρόνια. Επιστρέφοντας στη Ζάκυνθο ίδρυσε αμέσως την Επιτροπή Ζακύνθου με σκοπό την οικονομική και πολεμική ενίσχυση του Αγώνα. Το 1833 μετέβη στο Ναύπλιο για να υποδεχθεί τον Όθωνα, αλλά εκεί κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε σε συνομωσία εναντίον του μαζί με τον Θ.Κολοκοτρώνη και τον Δ.Πλαπούτα , οι οποίοι και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Όταν αναθεωρήθηκε η δίκη (από τους Γ.Τερτσέτη, Γ.Πολυζωΐδη) και αποκαλύφθηκε η σκευωρία και η ανυπόστατη κατηγορία, οι τρεις άνδρες αθωώθηκαν πανηγυρικά. Ο Όθωνας τίμησε τον Ρώμα με το ανώτερο παράσημο του Ταξιάρχη του Σωτήρος και τον ονόμασε Σύμβουλο της Επικρατείας.
Ο Διονύσιος Ρώμας ήταν παντρεμένος με την Αδριάννα Σταυράκη Λοκατέλλι και είχε δύο γιούς:τον Γεώργιο Κανδιάνο (1796-1860) και τον Γεώργιο Δημήτριο (1805-1874). Πέθανε στη Ζάκυνθο, σε μεγάλη ηλικία, στις 26 Ιουλίου 1857.
Επιτροπή Ζακύνθου: Η Επιτροπή Ζακύνθου αποτελείτο από τους:Διονύσιο Ρώμα, Κωνσταντίνο Δραγώνα και Παναγιώτη Στεφάνου. Κράτησε το μεγαλύτερο βάρος του πολέμου στέλνοντας πολεμοφόδια και τρόφιμα στο Ναυαρίνο και στο Μεσολόγγι, τα οποία προμηθευόταν από συνεισφορές Ζακυνθίων (δωρεές πλουσίων και προσωπικές καταβολές) ναυλώνοντας τα καΐκια των πλοιάρχων για ασταμάτητες αποστολές και επεμβαίνοντας για την κατάπαυση των συγκρούσεων και της έχθρας των οπλαρχηγών. Η Επιτροπή Ζακύνθου οργάνωσε επίσης εθελοντικά σώματα πολεμιστών. Δύο από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της Επιτροπής φαίνεται ότι ήταν:α) οι κατασκοπευτικοί σύνδεσμοι που διατηρούσε στο στρατόπεδο του Ιμπραήμ και β) η αίτηση για την αγγλική υποστήριξη και προστασία του Ελληνικού Αγώνα που αποδείχθηκε μία πολύ θετική διπλωματική πράξη και που οφείλεται αποκλειστικά στον Ρώμα.
Γεώργιος Κανδιάνος Ρώμας: Ο Γεώργιος Κανδιάνος Ρώμας (1769-1860) ήταν μέλος του πρώτου Κοινοβουλίου των Ιονίων Νήσων, του οποίου εξελέγη πρόεδρος το 1850. Στη συνέχεια διετέλεσε πρόεδρος της Γερουσίας. Παντρεύτηκε την Orsola, κόρη του Σπυρίδωνος Μπάλσαμο, και απέκτησε εννέα γιους ( Niccolo, Dionisio, Camillo, Spyridon, Cesare, Giorgio, Pietro, Roberto, Giorgio Dimitri) και δύο κόρες (Adriana, Diamantina).

Ροϊλού, οικογένεια

  • Οικογένεια

Οι Ροϊλοί ήταν οκογένεια αγωνιστών απο τη Στεμνίτσα της Αρκαδίας. Ο Γεώργιος Χ.Ροϊλός (1796;-1886) ήταν αντισυνταγματάρχης της Φάλαγγας. Ως οπλαρχηγός του Θ.Κολοκοτρώνη, πολέμησε στις μάχες του Βαλτετσίου, Τριπόλεως, Δερβενακίων, Τρικόρφων κ.ά. Μετά την Επανάσταση του ανατέθηκαν αποστολές καταδίωξης ληστών, διετέλεσε πάρεδρος του Ειρηνοδικείου και υπηρέτησε ως δασονόμος Περαχώρας. Αδέλφια του ήσαν οι Νικόλαος (έπεσε μαχόμενος με τον θείο του Κωνσταντίνο Ροϊλο στη μάχη του Δραγατσανίου), Δημήτριος (λοχαγός της Φάλαγγας που πέθανε το 1866) και Αργύριος. Ο Βασίλειος Ροϊλός, ταγματάρχης της Φάλαγγας, διετέλεσε δήμαρχος Στεμνίτσας, ο δε Αναγνώστης Ροϊλός, ειρηνοδίκης Καρύταινας.

Πλατσούκα, οικογένεια

  • Οικογένεια

Η οικογένεια Πλ(ι)ατσ(ι)ούκα καταγόταν από την Πίνδο. Ως απώτερος πρόγονός της εντοπίζεται ο Νικόλαος (Νικολός) Χριστόδουλου Πλατσούκας, ο οποίος στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ήταν εγκατεστημένος στην Νάουσα όπου ασχολήθηκε με την οικοτεχνική παραγωγή σαγιακιού (είδος χοντρού μάλλινου υφάσματος). Παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε έξι παιδιά: τον Κωνσταντίνο, τον Χριστόδουλο, τον Ιωάννη, τον Δημήτριο, την Ευφημία και τον Γεώργιο. Επί Τουρκοκρατίας ήταν μέλος της δημογεροντίας Νάουσας. Πέθανε το 1912, μέχρι τότε όμως, είχε προβεί μαζί με τους γιους του σε διάφορες επιχειρηματικές ενέργειες και επενδύσεις.
Η οικογένεια Πλατσούκα συμμετείχε σε μια πληθώρα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Μέλη της οικογέ­νειας συμμετείχαν μεταξύ άλλων στις εξής εταιρείες (τεκμήρια των οποίων εντοπίζονται στο αρχείο): «Αδελφοί Ν. Πλατσούκα», «Γρηγόριος Τσίτσης και Σία, Λόγγος και Τουρπάλης», που μετονομάστηκε σε «Γρηγόριος Τσίτσης και Σία», «Τουρπάλης, Κόκκινος, Πλατσούκας και Σία» που μετονομάστηκε σε «Κόκκινος, Πλατσούκας και Σία», «Αδελφοί Σεφερτζή Κόκκι­νου και Σία», «Αδελφοί Γεωργιάδη».
Η εταιρεία «Αδελφοί Ν. Πλατσούκα» συστάθηκε από τους απογόνους του Νικολού Πλατσούκα, μετά το θάνατό του, με σκοπό να διαχειριστεί τη συνολική συμμετοχή των μελών της οικογενείας σε άλλες εταιρείες.
Η εταιρεία «Γρηγόριος Τσίτσης και Σία Λόγγος και Τουρπάλης» μετονομάστηκε το 1916 σε «Γρηγόριος Τσίτσης και Σία». Η εταιρεία είχε έδρα τη Θεσσαλονίκη και κατείχε υδροκίνητο εργοστάσιο νηματουργίας, υφαντουργίας και λευκαντηρίου στη συνοικία Βαρόσι στην Έδεσσα. Οι δραστηριότητές της αφορούσαν την επεξεργασία βαμβακιού σε νήματα και υφάσματα. Η εταιρεία ήταν μία από τις μεγαλύτερες κλωστοϋφαντουργίες του μεσοπολέμου ενώ δραστηριοποιήθηκε και μεταπολεμικά.
Η εταιρεία «Τουρπάλης, Κόκκινος, Πλατσούκας και Σία» είχε έδρα της τη Θεσσαλονίκη και διατηρούσε υδροκίνητο εργοστάσιο σχοινοποιίας και σπαγγοποιίας με την επωνυμία «Η Αραπίτσα» στη Νάουσα. Το 1931 με την αποχώρηση ορισμένων εταίρων, μεταξύ των οποίων και του Ιωάννη Πλατσούκα, η εταιρεία μετονομάστηκε σε «Κόκκινος και Πλατσούκας».
Η εριοβιομηχανία «Αδελφοί Σεφερτζή Κόκκινου και Σία», γνωστή και ως ΣΕΦΕ.ΚΟ ιδρύθηκε το 1930. Είχε έδρα της την Έδεσσα όπου βρισκόταν και το υδροκίνητο εργοστάσιο της εταιρείας.
Το παγοποιείο και ζυθοποιείο «Νάουσα» της εταιρείας «Αδελφοί Γεωργιάδη και Σία» συνενώθηκε το 1920 με την επιχείρηση «Όλυμπος» και δημιούργησαν την εταιρεία «Όλυμπος-Νάουσα», η οποία εξαγοράστηκε αργότερα από την εταιρεία «Κάρολος Φιξ».
Ο Κωνσταντίνος Ν. Πλατσούκας (1871-1934) δρασ­τηριοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη από το 1908. Παντρεύτηκε την Αθηνά Χατζηδημήτρη και απέκτησαν τρία παιδιά. Είναι αυτός που υπογράφει τις περισσότερες επιστολές στα βιβλία αντιγραφής επιστολών που αφορούν τις οικονομικές δραστηριότητες της οικογένειας πριν το θάνατο του πατέρα του. Επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα κοινά και κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα συνεργάστηκε με τον πρόξενο Κορομηλά. Στις εκλογές του 1915 εξελέγη βουλευτής Θεσσαλονίκης με το ψηφοδέλτιο των Ανεξάρτητων.
Ο Χριστόδουλος Νικολάου Πλατσούκας (1872-1956) ήταν ο διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρείας «Αδελφοί Πλατσούκα». Ήταν μέτοχος στις εταιρείες «Γρηγόριος Τσίτσης και Σία», «Σεφερτζής και Κόκκι­νος» και «Τουρπάλης Κόκκινος και Πλατσούκας». Εικάζεται ότι ο Χριστόδουλος είναι ο κύριος παραγω­γός του αρχείου καθώς ορισμένα τεκμήρια φέρουν με κόκκινο μελάνι τη σημείωση Χρ. Πλατσούκας. Παν­τρεύτηκε την Καλλιόπη Γουργουλιάτου (1877-1955) με την οποία απέκτησαν εφτά παιδιά.
Ο Ιωάννης Πλατσούκας (1881-;) εργάστηκε στην εταιρεία «Γρηγόριος Τσίτσης και Σία» στις εγκαταστάσεις της Νάουσας.
Ο Δημήτριος Πλατσούκας (1890/92 – 1938) σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Βερολίνο. Ήταν μέτοχος στην εταιρεία «Σεφερτζής Κόκκινος και Σία».
Η Ευθυμία Πλατσούκα (1888-;) παντρεύτηκε τον Αναστάσιο Τσίτση, γιο του Γρηγορίου Τσίτση της ομώνυμης εταιρείας.
Ο Γεώργιος Πλατσούκας (1886-1918) ασχολήθηκε με τις εμπορικές δραστηριότητες της οικογένειας. Παντρεύτηκε τη Φανή Κολτσάκη με την οποία απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Επέζησαν τα δύο, ο Χρήστος (1913-1970) και ο Γεώργιος (1918-1986), οι οποίοι μαζί με τη μητέρα τους ήταν μέτοχοι στη εταιρεία «Σεφερτζής Κόκκινος και Σία».
Πηγές σύνταξης βιογραφικού:
Τα λήμματα της οικογένειας Πλατσούκα, της οικογένειας Τσίτση Γρηγορίου του Αναστασίου και της οικογένειας Τουρπάλη στο Ευφροσύνη Ρούπα και Ευάγγελος Χεκίμογλου, Η επιχειρηματικότητα στην περίοδο 1900-1940, Μεγάλες επιχειρήσεις και επιχειρηματικές οικογένειες, τομ. Γ΄ στη σειρά Η ιστορία της επιχειρηματικότητας στη Θεσσαλονίκη, Πολιτιστική Εταιρεία Επιχειρηματιών Βορείου Ελλάδος, Θεσσαλονίκη 2004.
Βιομηχανική Νάουσα, Επτά Ημέρες, Καθημερινή, 11.3.2001
Υλικό του αρχείου

Πινιατώρου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Η οικογένεια Πινιατώρου καταγόταν από τη Σικελία. Εγκαταστάθηκε στην Κεφαλονιά γύρω στο 1500 και ενεγράφη στο Libro d΄ Oro στο διάστημα μεταξύ 1695 και 1703. Έλαβε ως φέουδο τη δεκάτη του χωριού Σπηλιά γύρω στο 1680 και το 1718 τον τίτλο ευγενείας των κομήτων με διάταγμα του Δόγη της Βενετίας για τις υπηρεσίες της κατά την πολιορκία της Κέρκυρας από τους Τούρκους. Η οικογένεια έπαιξε σημαντικό ρόλο στο νησί και μέλη της έγιναν πρωτοπαππάδες και ιστορικοί. [Πληροφορίες από M.D. Sturtza, σελ. 381.]

Πιέρη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Στέφανος (Νάκης) Πιέρης (1889-1964) ήταν γιος του Ευγένιου Πιέρη και της Μαρίας Λουίζας Σταματοπούλου. Γνωστός βιβλιόφιλος και συλλέκτης, είχε συγκεντρώσει μεγάλο αριθμό σπάνιων βιβλίων (κυρίως επτανησιακές εκδόσεις) και έγγραφα που αφορούσαν γενικά την οικογένεια Πιέρη. Παντρεύτηκε στις 12 Ιανουαρίου 1924 τη Σοφία το γένος Ηλία Βεροπούλου, με την οποία δεν απέκτησαν παιδιά.
Οικογένεια Πιέρη: «Η οικογένεια Πιέρη ή Πιέρο (το σωστό είναι με ένα ρ το δεύτερο προστέθηκε στα μέσα του του 19ου αιώνα και σήμερα όλοι οι απόγονοι της οικογένειας το γράφουν με δύο ρ) εμφανίζεται στην Κέρκυρα στα τέλη του 15ου αιώνα με τον Αντώνιο Πιέρο Πιέρη. Φαίνεται ότι η οικονομική του κατάσταση ήταν αξιόλογη γιατί η κόρη του Altadona παντρεύεται τον ιππότη Χριστόφορο Κοντόκολη, κυβερνήτη της κερκυραϊκής γαλέρας, ήρωα της ναυμαχίας της Ναυπάκτου (1571) και ο γιος του Ιωάννης παντρεύεται την Πετρίνα κόρη του ιερέα Φιλίππου Καλοχαιρέτη κτήτορα του Ιερού Λειψάνου του αγίου Σπυρίδωνα.

Η οικογένεια Πιέρη εισήχθη στο Μεγάλο Συμβούλιο της πόλης, δηλαδή στην ευγένεια, το 1551. Στα πρακτικά του Μ.Συμβουλίου του έτους 1551 ο εγγονός του Αντωνίου Πιέρη, Σπυρίδων, εκλέγεται μέλος του Συμβουλίου των 150. Με τη χρονολογία αυτή συμφωνεί τόσο η χρυσόβιβλος της Αναγνωστικής Εταιρίας Κέρκυρας όσο και ο ιστορικός Μ.Σ.Θεοτόκης. Ο καθηγητής του Ιονίου Πανεπιστημίου κ. Ν.Καραπιδάκης θεωρεί ως χρόνο εισδοχής της οικογένειας στο Μ.Συμβούλιο το 1496. Η οικογένεια είχε πέντε κλάδους των Πιέρη των Μουράγιων (Contrada delle Mure) των Πιέρη-Κορμαρίν, των Τριβώλη-Πιέρη ή Contrada di Santo Antonio, των Πιέρη της Contrada της Υ.Θ. Κυροπούλας και των Πιέρη της Contrada της αγίας Αικατερίνης (Contrada S.Katerina ou dello scoglio) ή Πιέρη-Χαλικιοπούλου. Ο κλάδος των Μουράγιων έχει γενάρχη τον Άγγελο Πιέρη (1660-1716) και με συνεχή αρρενογονία έφθασε μέχρι τις μέρες μας. Ο κλάδος των Πιέρη-Κορμαρίν ξεκινάει από το Λαυρέντιο Πιέρη(1680) του Ιωάννη Βαπτιστή και της Διαμαντίνας Κρμαρίν. Ο κλάδος αυτός εξέλειπε το 1848 με το θάντο του κόμητος Νικολάου-Γεωργίου Πιέρη. Ο κλάδος των Τριβώλη-Πιέρη ξεκινάει από το Δόκτορα Μαρίνο Πιέρη του Στέφανου και τη σύζυγό τουΑυγουστέλα Τριβώλη του Δημητρίου ( ο γάμος έγινε στην Κέρκυρα στο ναό του αγίου Αντωνίου στις 10.10.1684. Ο κλάδος εξέλειπε το 1904 με το θάνατο του Αντωνίου Τριβώλη-Πιέρη. Ο κλάδος των Πιέρη της Contrada της Υ.Θ. Κυροπούλας ξεκινάει από τον Ιωάννη-Βαπτιστή Πιέρη (1650). Ο κλάδος αυτός εξέλειπε το 1807 με το θάντο της Μαρίας-Αιμιλίας Πιέρη μαρκησίας De Ribas. Ο κλάδος των Πιέρη της Contrada της αγίας Αικατερίνης ξεκινάει από τον Σταυράκη Πιέρη (1634) του Ιωάννη-Βαπτιστή και της Θοδούλας Πολίτη και έχει απογόνους μέχρι σήμερα».

[Το παραπάνω κείμενο Πιέρη ανήκει στον κ. Γιάννη Πιέρη και αποτελεί απόσπασμα επιστολής που είχε την καλοσύνη να μου στείλει με πληροφορίες για την ιστορία της οικογένειας].

Τα μέλη της οικογένειας Πιέρη που αναφέρονται στα έγγραφα του αρχείου ανήκουν κυρίως στον κλάδο Contrada delle Mura και πρόκειται για τα παιδιά του Σπυρίδωνα Πιέρη και της Κατερίνας Βόντα : τον Στέφανο (γεν. 1775) σύζυγο Αναστασίας Σπ. Μάνεση, τον Μαρκαντώνιο (γεν.1778) σύζυγο Chiara Bisi και τον Νικολό (γεν.1790) σύζυγο Santina Z. da Verona και τα παιδιά του Μαρκαντώνιου Πιέρη: Θεόδωρο, Στέφανο-Παναγιώτη (1827-1871) σύζυγο Διαμαντίνας Καποδίστρια, Αναστάσιο σύζυγο Ρεγγίνας Γ. Πατρικίου και Αικατερίνη σύζυγο Giovanni Cazaiti.

(Πηγές: ΜΕΕ και Π.Χιώτης, Ιστορικά απομνημονεύματα τόμος 7 και πληροφορίες από τα τεκμήρια του αρχείου)

Πετρούτση, οικογένεια

  • Οικογένεια

Η οικογένεια Πετρούτση δραστηριοποιήθηκε στο χώρο της ναυτιλίας. Από τα έγγραφα του αρχείου προκύπτει ότι την περίοδο 1924-1960 είχε στην κατοχή της 16 ατμόπλοια, ενώ είναι βέβαιο ότι η ενασχόληση της οικογένειας με τον κλάδο ανάγεται τουλάχιστον στις αρχές του 20ου αιώνα. Το 1960 η επιχείρηση εκκαθαρίστηκε.
Ο Αναστάσιος Πετρούτσης ήταν γιος του Κωνσταντίνου. Παντρεύτηκε την Δέσποινα Προκόπη το 1901 και απέκτησαν ένα γιο τον Κωνσταντίνο.

Πετροπουλάκη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Η ύπαρξη της οικογένειας Πετροπουλάκη μαρτυρείται από το 1690 ενώ είναι βέβαιο ότι οι ρίζες της είναι ακόμα πιο παλιές. Πρόκειται για μια ισχυρή και πολυμελή οικογένεια της Μάνης με μέλη πολιτικούς και στρατιωτικούς και με μεγάλη επιρροή στην περιοχή του Γυθείου, ήδη από τα προεπαναστατικά χρόνια. Σπουδαία είναι η συνεισφορά της οικογένειας στους εθνικούς αγώνες (Επανάσταση του 1821, Κρητικές επαναστάσεις, Μακεδονικός αγώνας, Βαλκανικοί πόλεμοι, Μικρασιατική εκστρατεία). Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι στην Κρητική επανάσταση του 1866 - 1869, πήραν μέρος 8 μέλη της οικογένειας, ενώ στους Βαλκανικούς πολέμους 22 υπηρετούσαν στο στρατό. Οι πολιτικές πεποιθήσεις της οικογένειας ήταν συντηρητικές και φιλοβασιλικές, γεγονός που είχε δυσμενείς ή ευμενείς επιδράσεις στην τύχη των μελών της ανάλογα με τις περιστάσεις.

1) Παναγιώτης Πετροπουλάκης
Πατέρας του Δημητρίου. Δεν γνωρίζουμε ακριβείς ημερομηνίες γέννησης και θανάτου. Βιογραφικά στοιχεία αντλούμε από τα λίγα έγγραφα του αρχείου της οικογένειας Πετροπουλάκη, που τον αφορούν καθώς και από πληροφορίες στα βιογραφικά άλλων προσώπων της οικογένειας που περιέρχονται στο αρχείο. Συμπεραίνουμε ότι πήρε μέρος στην επανάσταση του 1821, ενώ το 1828 οι κάτοικοι των ανατολικών χωριών της περιοχής της Σπάρτης τον εκλέγουν δημογέροντα. Tο 1837 ήταν λοχαγός επιλοχίας πρεσβύτης της Βασιλικής Φάλαγγας.

2) Δημήτριος Πετροπουλάκης (Ράχη ca.1800 - Αθήνα 1870)
Ο Δημήτριος Πετροπουλάκης υπήρξε αγωνιστής στην επανάσταση του 1821 και διακρίθηκε κυρίως στις μάχες του κατά του Ιμπραήμ. Υποστήριξε τον Καποδίστρια και τον Οθωνα στην καταστολή των εξεγέρσεων που έγιναν εναντίον τους. Το 1844 όταν απέτυχε να εκλεγεί βουλευτής στασίασε κατά της κυβέρνησης του Κωλέττη, τον οποίο θεώρησε ως υπονομευτή της υποψηφιότητάς του. Το 1850 εκλέχτηκε βουλευτής Μάνης. Το 1862 - 63 διώχθηκε από την Προσωρινή Κυβέρνηση και διατάχθηκε να εγκαταλείψει τη Λακωνία. Γρήγορα όμως οι διωγμοί ατόνισαν. Παράλληλα με την πολιτική δραστηριότητα ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία και το 1870 έφτασε στο βαθμό του συνταγματάρχη. Το 1854 έλαβε μέρος στη Θεσσαλική επανάσταση επικεφαλής σώματος εθελοντών και τραυματίστηκε στην Καλαμπάκα στις 10/5/1854. Το 1866 - 67 πραγματοποίησε την πρώτη του εκστρατεία στην Κρήτη. Στα τέλη του 1868 στάλθηκε για δεύτερη φορά στο νησί από την κυβέρνηση Βούλγαρη, επικεφαλής 1000 εθελοντών με σκοπό την αναζωπύρωση του αγώνα. Ηττήθηκε όμως στη μάχη στις Βρύσες (8/12/1868) και αιχμαλωτίστηκε. Απελευθερώθηκε μετά από παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων και αποχώρησε.

3) Αναστάσιος Πετροπουλάκης (Ράχη ca.1830 - 1892)
Αδελφός του Δημητρίου έλαβε μέρος στη Θεσσαλική επανάσταση του 1854 και την Κρητική του 1866 - 69. Ο γιος του Απόστολος πέθανε το 1914 από τις κακουχίες κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων.

4) Λεωνίδας Δημητρίου Πετροπουλάκης (Ράχη 1829 - Αθήνα 1887)
Γιος του Δημητρίου. Η τύχη του και η δράση του ακολούθησε σε μεγάλο βαθμό αυτήν του πατέρα του. Πήρε μέρος στη Θεσσαλική επανάσταση, διώχθηκε το 1862 - 63 και ακολούθησε τον πατέρα του στην Κρήτη το 1868 μαζί με το γιο του Γεώργιο. Το 1859 εκλέχτηκε βουλευτής της επαρχίας Γυθείου. Μετά το 1869 πολιτεύτηκε με το κόμμα του Δεληγιώργη. Το 1878 επέστρεψε ως ταγματάρχης στο στρατό και το 1881 με το βαθμό του συνταγματάρχη, διορίστηκε αρχηγός του κέντρου του στρατού Θεσσαλίας. Το 1886 καθοριστικός ήταν ο ρόλος του στις συμπλοκές με τους Τούρκους στο Γκριτζόβαλη και τη Μελούνα. Πέθανε στην Αθήνα τον Μάιο του 1887 και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη.

5) Γεώργιος Λεωνίδα Πετροπουλάκης (Ράχη 1852 - Αθήνα ca.1910)
Γιος του Λεωνίδα με πλούσια δράση. Εκτός από την κρητική επανάσταση πήρε μέρος στον γαλλοπρωσικό πόλεμο του 1870 στο πλευρό των Γάλλων. Το 1887 εκλέχτηκε βουλευτής με το τρικουπικό κόμμα, το 1895 πήρε μέρος στην Κρητική επανάσταση, και το 1900 ήταν βουλευτής. Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα ήταν μέλος του Μακεδονικού κομμιτάτου. Το 1908 στάλθηκε ως απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης στην Πύλη για τη διερεύνηση των προθέσεων των Νεοτούρκων.

6) Παναγιώτης Πετροπουλάκης (Ράχη 1879 - Οσνίτσανη 1906)
Γιος του Ηλία Πετροπουλάκη (1868 - 1928). Σκοτώθηκε μαζί με τον ξάδελφό του Λεωνίδα στην μάχη της Οσνίτσανης στη διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα.

7) Λεωνίδας Παναγιώτου Πετροπουλάκης (Ράχη 1881 - Οσνίτσανη 1906)
Διδάκτορας της Νομικής, σε ηλικία 25 ετών έλαβε μέρος στον Μακεδονικό αγώνα, επικεφαλής τμήματος Μανιατών εθελοντών ως υπαρχηγός του αντάρτικου σώματος του καπετάν Λίτσα (Αντώνιος Βλαχάκης). Σκοτώθηκε στη μάχη της Οσνίτσανης (σημερινό Καστανόφυτο Καστοριάς) το Μάιο του 1906, σε σύγκρουση με τουρκικό απόσπασμα.

8) Πετρόπουλος ή Πέτρος Παναγιώτου Πετροπουλάκης (Ράχη 1890 - Μικρά Ασία 1921)
Υπήρξε αξιωματικός του πεζικού. Στους Βαλκανικούς πολέμους ήταν ανθυπασπιστής στο στρατό Ηπείρου. Το 1921 σκοτώθηκε στην Μικρά Ασία έχοντας το βαθμό του ταγματάρχη.

9) Δημήτριος Παναγιώτου Πετροπουλάκης (Ράχη 1876 - Αθήνα 1957)
Υπολοχαγός του πεζικού στους Βαλκανικούς πολέμους, τραυματίστηκε στις 4/11/1912 στη μάχη του Οστράβου. Πολέμησε στον Α' Παγκόσμιο και το 1919 προήχθη σε αντισυνταγματάρχη. Το 1920 διοικούσε με τον βαθμό αυτό το 30ο Σύνταγμα Πεζικού στα Μουδανιά της Μικράς Ασίας. Το 1922 προήχθη σε συνταγματάρχη και το 1939 ήταν αντιστράτηγος εν αποστρατεία.

10) Ιωάννης Παναγιώτου Πετροπουλάκης (Ράχη 1886 - Αθήνα ca.1950)
Υπήρξε αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού. Φανατικός βασιλόφρων υπέστη διώξεις από το βενιζελικό καθεστώς. Η κορυφαία και μοιραία στιγμή της ζωής του ήταν η συμμετοχή του στην επαναστατική επιτροπή του 1922. Ως αντιπλοίαρχος υπήρξε ο άνθρωπος στις ενέργειες του οποίου ωφείλεται η προσχώρηση του στόλου στην επανάσταση. Ωστόσο η διαφωνία του με τον Στυλιανό Γονατά και τον Νικόλαο Πλαστήρα όσον αφορά τη στάση που έπρεπε να κρατήσουν έναντι του βασιλιά, είχε ως αποτέλεσμα την παραγκώνηση και αντικατάστασή του από τον Δημήτριο Φωκά στις 12 Σεπτεμβρίου 1922. Μετά από αυτό παραφρόνησε και εισήχθη σε ψυχιατρείο. Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του πλοιάρχου. Τιμήθηκε το 1923 με το Χρυσό Σταυρό των Ιπποτών του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος.

11) Στυλιανός Παναγιώτου Πετροπουλάκης (Ράχη 1895 - Αθήνα 1949)
Αποφοίτησε από το Βαρβάκειο Πρακτικό Λύκειο το 1912. Εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων από όπου αποφοίτησε το 1916 ως ανθυπολοχαγός πυροβολικού. Πήρε μέρος στην επιστράτευση του 1915 και μετά την επάνοδό του στη σχολή στασίασε με άλλους ευέλπιδες, με αιτία την κατάργηση της αρχαιότητας. Το Νοέμβριο του 1918 υπέστη απόπειρα δολοφονίας από βενιζελικά στοιχεία. Από το Δεκέμβριο του 1920 ήταν λοχαγός και αξιωματικός επί του οπλισμού και πυρομαχικών του Αρχηγείου Πυροβολικού της Στρατιάς Μ.Ασίας, θέση που κατείχε μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων. Την περίοδο 1925 - 1933 πρέπει να έγινε και ο γάμος του με την Μαρία Αναστασοπούλου ανηψιά του πρωθυπουργού Παναγή Τσαλδάρη. Μετά τις εκλογές του 1933 αποσπάστηκε στο Γενικό Επιτελείο Στρατού ως υπασπιστής του υπουργού Στρατιωτικών. Σημαντική ήταν η συμβολή του από τη θέση αυτή στην καταστολή του κινήματος του Πλαστήρα τον Μάρτιο του 1935, ως συντονιστή των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Ναυτικού Επιτελείου. Από βιογραφικό σημείωμα που υπάρχει στο αρχείο φαίνεται ότι ήταν υποψήφιος στις εκλογές αυτές. Τον Ιούλιο του 1937 ήταν αντισυνταγματάρχης, υποδιοικητής στο 3ο Σύνταγμα Ορειβατικού Πυροβολικού, και συνέβαλε στην μεταστάθμευση του Συντάγματος από την Πάτρα στην Κόρινθο. Παράλληλα τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου έγινε διοικητής του. Τιμήθηκε με το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας (1933), το Μετάλλιον Στρατιωτικής Αξίας Γ’ Τάξεως (Νοέμβριος 1935) και το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Γεωργίου του Α' (1936)

12) Χαρίλαος Πετροπουλάκης
Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι εργαζόταν το 1914-1916 στην εταιρεία "Μιχαήλ Πετροπουλάκης συνέχεια εργασιών Π.Μ. Πετροπουλάκη", που εμπορευόταν βελανίδια, λάδι και σύκα.

Περρούκα, οικογένεια

  • Οικογένεια
  • 1687 (;) - 1851 (;)

Οικογένεια του Άργους. Η ασχολία των μελών της με το εμπόριο, η απόκτηση μεγάλης ακίνητης περιουσίας και η ενασχόληση με τα κοινά της Πελοποννήσου, χάρισαν στην οικογένεια μεγάλο πλούτο και πολιτική δύναμη.
Τα μέλη της κατείχαν πολιτικά και κοινωνικά πλεονεκτήματα κατά την εποχή των Βενετών και των Τούρκων και ήταν πλουσιότατοι μεγιστάνες και προεστοί του τόπου, τον οποίο στην ουσία κυβερνούσαν. Ήταν δε τόσο γνωστό το οίκημα που διέμεναν, ώστε λεγόταν «το Αρχοντικόν του Μωρέως Περρουκαίικον». Αξίζει να σημειωθεί ότι με πρωτοβουλία της συγκεκριμένης οικογένειας, ιδρύθηκε στο Άργος το πρώτο ελληνικό σχολείο το έτος 1798.
Ο πρώτος μέχρι σήμερα γνωστός γενάρχης της επιφανούς αυτής οικογένειας ήταν ο Γιαννάκης Περρούκας, ο οποίος έζησε επί Βενετών και πιθανώς επί της προ του 1687 Τουρκοκρατίας. Στα μέσα όμως του 18ου αιώνα αναφαίνεται ο γιος του Αποστόλης Περρούκας και ο γιος του κυρ Δημήτρης Περρούκας, μεγαλογαιοκτήμονες και τοκιστές. Ο κυρ Δημήτρης απέκτησε τέσσερεις γιους, τους Νικολή, Γεωργαντά, Σωτήρη και Απόστολο και υπήρξε ο πρώτος από όλους που διέπρεψε.
Ο Νικόλαος Περρούκας ήταν από την 18η εκατονταετηρίδα επιφανέστατος Αργείος, ο οποίος διετέλεσε και βεκίλης της επαρχίας παρά τη Υψηλή Πύλη. Παντρεύτηκε την Αγγελική Ιωάν. Συλλιβέργου (της οποίας η μητέρα Ευδοκία ήταν γόνος της οικογένειας των Νοταράδων στην Κορινθία) και μετά την αρχοντική ζωή που έζησε, πέθανε την 12η Απριλίου 1822.
Απέκτησε δε λαμπρούς γιους, τον Ιωάννη, Δημήτριο και Χαραλάμπη και δύο κόρες, την Ευγενία, σύζυγο του δοτόρου Χριστόδουλου Σεβαστού, γιατρού και αδελφού του μητροπολίτη Κορίνθου Ζαχαρίου (1783 – 1819) και την Ευδοκία, σύζυγο του προεστού της Κερπίνης Δημητράκη Ζαήμη ή Ζαήμογλου, γιου του περίφημου εθνομάρτυρα Ανδρούτσου Ζαήμη, γενικού προεστού της Πελοποννήσου.
Οι γιοι του Νικολάου Περρούκα ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας και προεστοί και πήραν μέρος στην επανάσταση και στην προετοιμασία της.
Ο πρεσβύτερος και διαπρεπέστερος, ο Ιωάννης Περρούκας ανήκει στους εθνομάρτυρες. Ως προεστός του Άργους, κυβέρνησε κυρίως κατά την τελευταία δεκαετηρίδα της Τουρκοκρατίας και το 1821 φυλακίσθηκε στην Τρίπολη μαζί με τους υπόλοιπους προεστούς και αρχιερείς της Πελοποννήσου. Στη φυλακή υπέστη οδυνηρά μαρτύρια επί έξι μήνες και πέθανε λίγο μετά την άλωση της Τρίπολης και 12 ημέρες μετά την αποφυλάκισή του, την 4η Οκτωβρίου 1821.
Ο νεότερος αδελφός Χαραλάμπης Περρούκας ήταν από το 1816 μεγαλέμπορος στην Πάτρα. Όταν ήταν μικρός, πριν από την Επανάσταση, ήρθε στο Άργος, όπου και δημιούργησε εμπορικό κατάστημα, το οποίο όμως και κατέλαβαν οι Τούρκοι αργότερα με την έκρηξη της επανάστασης. Στον αγώνα προσέφερε ό,τι μπορούσε. Τον Ιούνιο του 1821 διορίσθηκε από τη Γερουσία της Πελοποννήσου έφορος της επαρχίας και του στρατεύματος του Άργους και γερουσιαστής. Συμμετείχε στις μάχες κατά του Δράμαλη. Το 1823 διορίσθηκε υπουργός των Οικονομικών. Πέθανε την 27η Οκτωβρίου 1824.
Ο Δημήτριος Περρούκας ήταν μορφωμένος και γνώριζε κάλλιστα, εκτός της ελληνικής γλώσσας, την τουρκική, τη γαλλική και την ιταλική. Σπούδασε Νομική και ιδίως Πολιτικές επιστήμες. Ήταν προεστός της Πελοποννήσου και διετέλεσε από το 1812-1821 βεκίλης του Μωρηά, παρά τη Υψηλή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη. Υπηρέτησε τον Αγώνα, ως πολιτικός άνδρας, σε Ελλάδα και Ευρώπη. Τον Δεκέμβριο του 1821 ψηφίσθηκε ως μέλος της Α’ Βουλής του Έθνους. Επί Κυβερνήτη γνώρισε μεγάλη δόξα, αφού έγινε μέλος της Πανελληνίου και Πρώτος Γραμματέας του για τα εσωτερικά και δικαστικά θέματα, μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου, πρόεδρος του θαλάσσιου Δικαστηρίου, γερουσιαστής και νομοθέτης του νεοσύστατου έθνους. Σε αυτόν οφείλονται οι νόμοι του Δημοσίου Δικαίου και οι Δικαστικοί, η διοικητική διαίρεση της Πελοποννήσου και πολλά άλλα. Ο βασιλιάς Όθωνας τον ανέδειξε και ως Σύμβουλο της Επικρατείας το 1843. Ο διάσημος άνδρας υπήρξε μέλος της Δ’ και Ε’ Εθνικής Εθνοσυνέλευσης (1829 και 1831) έως και σε αυτή του 1843, έλαβε δε και πολλά αξιώματα, ενώ με τη φιλία και την εκτίμησή τους τον τίμησαν όλες οι εξέχουσες προσωπικότητες της Ελλάδας, της Ανατολής, αλλά και πολλές από την Ευρώπη. Επί πλέον διατήρησε μέχρι και τον θάνατό του όλη ανελλιπώς την απέραντη αλληλογραφία του ως μέγιστο ιστορικό αρχείο, το οποίο έγινε πλούσια πηγή ιστορικής ύλης. Δολοφονήθηκε στο σπίτι του στο Άργος τη 13η Νοεμβρίου 1851..

Βιβλιογραφία:
Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος "Μορέας", Εν Τριπόλει 1913.

Πατρικίου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Αλέξιος Πατρίκιος του Παναγιώτη καταγόταν από την Κεφαλονιά και ασχολιόταν με το εμπόριο ελαιολάδου στην Κέρκυρα. Είχε ένα μοναδικό γιο ονόματι Γεώργιο, παντρεμένο το 1863 με τη Νικολέτα, θυγατέρα του Αντωνίου Κουρή και της Μαρίνας Βραχλιώτη. Στη διαθήκη του ο Αλέξιος Πατρίκιος αφού δηλώνει ότι ο γιος του πάσχει από πολύχρονη ασθένεια και είναι ανάξιος να αποφασίζει, διορίζει επιτρόπους για την κληρονομία του και τους εγγονούς του, τους: Σπυρίδωνα Πατρίκιο (ανηψιό του), Κωνσταντίνο Θρόνο, Ιάκωβο Ποργατζέλη, Αντώνιο Κουρή. Ο Γεώργιος Α. Πατρίκιος έκανε τέσσερα παιδιά: α) τον Παναγιώτη, σύζυγο Μαρίας Σπυρίδωνος Δαμασκηνού με την οποία έμεινε παντρεμένος τέσσερα χρόνια (1860-1864) και με την οποία απέκτησε ένα γιο τον Αλέξιο (που αυτοκτόνησε το 1888 στη Νάπολη της Ιταλίας) β) την Μαρία, σύζυγο Νικολάου Αγιοβλασίτη γ) την Ρεγγίνα, σύζυγο Αναστασίου Πιέρη του Μαρκαντωνίου και δ) τον Ιωάννη.

Αποτελέσματα 1 έως 100 από 345