Αρχείο ADM054.02 - Αρχείο Ανωτάτης Δ/νσεως Δημοσίας Εκπαιδεύσεως της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης

Πεδίο Αναγνώρισης

Κωδικός αναγνώρισης

GRGSA-CA- ADM054.02

Τίτλος

Αρχείο Ανωτάτης Δ/νσεως Δημοσίας Εκπαιδεύσεως της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης

Ημερομηνία(ες)

  • 1916-1917 (Δημιουργία)

Επίπεδο περιγραφής

Αρχείο

Μέγεθος και Υπόστρωμα

39 φάκελοι

Πεδίο Πλαισίου Παραγωγής

Όνομα παραγωγού

Διοικητική ιστορία

Προσωρινή Κυβέρνησις του Βασιλείου της Ελλάδος
Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Ελλάδα δοκίμασε μια σοβαρή πολιτειακή και εθνική κρίση. Το δίλημμα για ουδετερότητα ή έξοδο της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό των Δυνάμεων της Entente γρήγορα εξελίχθηκε σε σύγκρουση μεταξύ του πολιτικά «ανεύθυνου» ανωτάτου άρχοντος και της υπεύθυνης πολιτικής ηγεσίας για τη διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής. Η κρίση του πολιτεύματος, που προκλήθηκε από τις παραβιάσεις του συντάγματος και της παραδεδεγμένης κοινοβουλευτικής πρακτικής εκ μέρους του θρόνου, ενίσχυσε την αντίδραση των συντηρητικών δυνάμεων εναντίον της κυβέρνησης των Φιλελευθέρων, αρχικά, και του βενιζελικού κόσμου, στη συνέχεια. Έτσι, μετά και τη δεύτερη αποπομπή του πρωθυπουργού, Ελευθερίου Βενιζέλου, τον Σεπτέμβριο του 1915, ο διχασμός του πολιτικού κόσμου είχε μεταφερθεί πλέον στον λαό.
Σοβαρή πλευρά της κρίσης αποτέλεσε και η παραβίαση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων με την απόβαση δυνάμεων της Entente στη Θεσσαλονίκη, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, και τις αυθαιρεσίες των συμμαχικών αρχών στην Ελλάδα. Τον Μάιο του 1916, γερμανικά και βουλγαρικά στρατεύματα εισέβαλαν στο ελληνικό έδαφος, πήραν στην κατοχή τους το οχυρό Ρούπελ και κατέλαβαν αργότερα την Ανατολική Μακεδονία με την άδεια της βασιλικής κυβέρνησης της Αθήνας και την ανοχή ή υποχώρηση των ελληνικών στρατιωτικών μονάδων. Άμεση απάντηση στον κίνδυνο απώλειας της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας υπήρξε στις 17/30 Αυγούστου το στρατιωτικό κίνημα που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη από την υφιστάμενη - ήδη από τον Δεκέμβριο του 1915 - οργάνωση Εθνικής Αμύνης. Κύριος στόχος του κινήματος ήταν η ένταξη των εθνικών στρατιωτικών δυνάμεων στο πλαίσιο του συμμαχικού στρατού της Entente για την απώθηση των βουλγαρικών δυνάμεων από το ελληνικό έδαφος.
Ταυτοχρόνως, το κόμμα των Φιλελευθέρων υπό την ηγεσία του Ελευθερίου Βενιζέλου αποφάσισε να παράσχει πολιτική κάλυψη στο κίνημα με τη δημιουργία – αναγκαστκά – κυβέρνησης εκτός νομιμότητας. Έτσι, στις 14/27-9-1916 σχηματίσθηκε στην Κρήτη de facto επαναστατική Προσωρινή Κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη, στην οποία προσχώρησε αργότερα και ο στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής. Η κυβέρνηση εξασφάλισε την προσχώρηση στο κίνημα των νησιών του ανατολικού Αιγαίου και στις 26 Σεπτεμβρίου/9 Οκτωβρίου αποβιβάσθηκε στη Θεσσαλονίκη.
Το σχήμα της επαναστατικής κυβέρνησης ήταν συγκεντρωτικό: Η Τριανδρία Βενιζέλου-Δαγκλή-Κουντουριώτη ασκούσε την βασιλική εξουσία (εκτελεστική και νομοθετική ), ενώ ένα σώμα εννέα συμβούλων (όχι υπουργών), οι οποίοι τέθηκαν επικεφαλής εννέα αντίστοιχων Διευθύνσεων, είχε την ανωτάτην διοίκησιν και την εποπτείαν των δημοσίων υποθέσεων . Εξαίρεση αποτέλεσαν οι υπεύθυνοι επί των στρατιωτικών και εξωτερικών υποθέσεων, οι οποίοι είχαν αρμοδιότητες υπουργού. Παράλληλα, λειτουργούσε η Επιτροπή Εθνικής Αμύνης, ως εκτελεστική επιτροπή των αποφάσεων του κινήματος.
Την επικράτεια της Προσωρινής Κυβέρνησης αποτελούσαν οι περιοχές της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας, η Κρήτη, τα Νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, οι Κυκλάδες (πλην της Μήλου), τα Ιόνια Νησιά (πλην της Κερκύρας), οι Βόρειες Σποράδες και η Ύδρα. Τον Νοέμβριο, πάντως, του 1916 καθορίσθηκε από τις Δυνάμεις της Entente μία ουδέτερη ζώνη στα βόρεια σύνορα της Θεσσαλίας, με στόχο να εξασφαλισθεί ισορροπία ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, το βασιλικό κράτος των Αθηνών και την κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης. Η ζώνη, βάθους 3-10 χιλ., ακολουθούσε την γραμμή Λιτοχώρου-Σερβίων-Γρεβενών μέχρι τα υψώματα του Λεσκοβίκι και, αφού εκκενώθηκε από τις δυνάμεις του βασιλικού στρατού και των τμημάτων της Εθνικής άμυνας, από τις 27 του ίδιου μήνα βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο μόνο των γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων .
Η ιεραρχία των δημοσίων υπηρεσιών στις περιοχές ελέγχου της κυβέρνησης (οργανωμένες διοικητικά σε νομαρχίες και υποδιοικήσεις) διατηρήθηκε, ενώ έγιναν αλλαγές προσώπων σε καίριες πολιτικές θέσεις, όπως αυτές των νομαρχών. Σύνδεσμοι της κυβέρνησης με τις κατά τόπους Αρχές ήταν οι διορισμένοι αντιπρόσωποι .
Η διακυβέρνηση της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης έληξε τον Ιούνιο του 1917 με την πλήρη επικράτηση του Ελ.Βενιζέλου - με στρατιωτική παρέμβαση των Συμμάχων - την εκθρόνιση και εξορία του Βασιλιά Κωνσταντίνου.

Ανωτάτη Διεύθυνσις Δημοσίας Εκπαιδεύσεως
Η Διεύθυνσις Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ήταν η τρίτη από τις εννέα Διευθύνσεις της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης. Τα χρέη του συμβούλου της Διευθύνσεως ασκούσε ο Γεώργιος Αβέρωφ . Την οργάνωση των υπηρεσιών της ορίζει το διάταγμα 294/24-10-1916, σύμφωνα με το οποίο προβλέπεται η ίδρυση επτά Γραφείων:
Γραφείον Συμβούλου
Γραφείον Γενικού Γραμματέως
Γραφείον Θρησκευμάτων
Γραφείον Μέσης Εκπαιδεύσεως
Γραφείον Δημοτικής Εκπαιδεύσεως
Γραφείον Αρχαιοτήτων και Καλών Τεχνών
Γραφείον Πρωτοκόλλου και Διεκπεραιώσεως (ή Αρχείων και Πρωτοκόλλου).
Η πρόβλεψη ίδρυσης δύο επιπλέον Γραφείων (Αρχιτεκτονικόν και Κληροδοτημάτων) φαίνεται ότι δεν πραγμα¬τοποιήθηκε. Ως προϊστάμενοι των έξι πρώτων Γραφείων ορίζονται τμηματάρχες πρώτης ή δευτέρας τάξεως, ενώ για το έβδομο Γραφείο προβλέπεται προϊστάμενος με βαθμό γραμματέως πρώτης ή δευτέρας τάξεως. Η διεκπεραίωση των υποθέσεων κάθε Γραφείου ανατίθεται σε γραμματείς ή γραφείς πρώτης ή δευτέρας τάξεως, επίσης. Στο προσωπικό της Διευθύνσεως περιλαμβάνονται, ακόμη, τρεις κλητήρες, ένας αρχικλητήρας, ένας καθαριστής και ένας οδηγός του υπηρεσιακού αυτοκινήτου.
Τη διεύθυνση των υπηρεσιών των Γραφείων ανέλαβαν, κατά την πρόβλεψη του διατάγματος, δημόσιοι υπάλληλοι με ειδική σχέση με την αντίστοιχη υπηρεσία. Τέτοιοι ήταν ο επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, Δημοσθένης Ανδρεάδης, ο γενικός επιθεωρητής της 10ης εκπαιδευτικής περιφερείας, Ιωάννης Χαντέλης, και ο βοηθός γενικού επιθεωρητή Θεσσαλονίκης, Ιωσήφ Λαζάρου, οι οποίοι ανέλαβαν τη διεύθυνση των Γραφείων Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, Μέσης Εκπαιδεύσεως και Αρχείων και Πρωτοκόλλου, αντιστοίχως . Τη διεύθυνση των άλλων Γραφείων ανέλαβαν ο Πέτρος Μανουσάκης (Θρησκευμάτων) και ο έφορος Αρχαιοτήτων Μακεδονίας, Γεώργιος Οικονόμου (Αρχαιοτήτων και Καλών Τεχνών). Χρέη ιδιαιτέρου γραμματέως του συμβούλου (με βαθμό υπουργικού γραμματέως πρώτης τάξεως) ανέλαβε αρχικά ο λογοτέχνης Πλάτων Ροδοκανάκης και από τον Δεκέμβριο του 1916 ο Γεώργιος Δερλής. Η λογιστική υπηρεσία της Διευθύνσεως ανατέθηκε στον Χρίστο Βαλιάντζα.

Διοίκηση της Εκπαίδευσης στην επικράτεια της Προσωρινής Κυβέρνησης
Η Ανωτάτη Διεύθυνσις Δημοσίας Εκπαιδεύσεως είχε να διαχειρισθεί την εκπαίδευση περιοχών, η πλειονότητα των οποίων ανήκε στις λεγόμενες “Νέες Χώρες”, όσες δηλαδή ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος μετά το 1912. Η αφομοίωση του εκπαιδευτικού συστήματος αυτών των χωρών - η διαχείριση και ο έλεγχος του οποίου αποτελούσαν πριν από την προσάρτηση αρμοδιότητες της κοινοτικής αυτοδιοίκησης - από το συγκεντρωτικό σύστημα του Ελληνικού Βασιλείου υπήρξε μια σχετικά μακρόχρονη διαδικασία, η οποία φαίνεται ότι ολοκληρώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930.
Η σταδιακή ενσωμάτωση της κοινοτικής εκπαίδευσης στην κρατική διοίκηση είχε ως προφανή στόχο την ήπια προσαρμογή σε νέα δεδομένα ενός εκπαιδευτικού συστήματος το οποίο ως προς τη δομή και λειτουργία του παρουσίαζε σημαντικές διαφορές από το αντίστοιχο σύστημα που ίσχυε στην Παλαιά Ελλάδα. Έτσι, κατά την διετία 1912-1914 διατηρήθηκαν αμετάβλητες οι δομές της προηγούμενης περιόδου, χωρίς διαφοροποίηση στη λειτουργία των σχολείων. Η εκπαιδευτική αφομοίωση άρχισε ουσιαστικά με τις νομοθετικές πρωτοβουλίες του 1914, με τις οποίες σηματοδοτήθηκε η παρεμβατική πολιτική του κράτους στα εκπαιδευτικά πράγματα των Νέων Χωρών, καθώς και η προσπάθεια σύζευξης κοινοτικών και κρατικών αρμοδιοτήτων στη διαχείριση της εκπαίδευσης.
Η διοίκηση που άσκησε η Ανωτάτη Διεύθυνσις Δημοσίας Εκπαιδεύσεως στην εκπαίδευση των υπό τη δικαιοδοσία της Προσωρινής Κυβέρνησης χωρών στηρίχθηκε στην εφαρμογή νόμων και διαταγμάτων τα οποία ίσχυαν από το 1914 και στόχευαν στην καθιέρωση ομοιόμορφου διοικητικού συστήματος στην εκπαίδευση του κράτους. Τα σχετικά νομοθετήματα είναι τα εξής:
(1) Ο Νόμος 240 «Περί διοικήσεως της Δημοτικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως» της 16ης-4-1914, ΦΕΚ 97/16-4-1916, και το Βασιλικό Διάταγμα της 28ης-5-1914, ΦΕΚ 148/5-6-1914, με το οποίο τέθηκαν σε ισχύ στις εκπαιδευτικές περιφέρειες των Νέων Χωρών τα Διατάγματα της 30ης-4-1914 και 19ης-5-1914 «Περί ισχύος διατάξεων του Νόμου 240 περί διοικήσεως της Δημοτικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως»
(2) Το Βασιλικό Διάταγμα «Περί επεκτάσεως των ισχυόντων νόμων και Β. Διαταγμάτων περί διδακτικών βιβλίων εις τας γενικάς διοικήσεις Μακεδονίας, Ηπείρου, Κρήτης, των νήσων του Αιγαίου και την διοίκησιν Σάμου» της 23ης -7-1914, ΦΕΚ 208/26-7-1914
(3) Το Βασιλικό Διάταγμα «Περί του προσωπικού των σχολείων της Δημοτικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως των Νέων Χωρών κλπ» της 19ης-8-1914, ΦΕΚ 234/21-8-1914, και το Βασιλικό Διάταγμα “Περί επεκτάσεως της σχολικής νομοθεσίας και εις τας νέας χώρας” της 31ης-10-1914, ΦΕΚ 320/8-11-1914.
(4) Τα Βασιλικά Διατάγματα «Περί κατανομής των Δημοτικών Σχολείων της Νέας Ελλάδος εις εκπαιδευτικάς περιφερείας» και «Περί υπαγωγής των εκπαιδευτικών περιφερειών των Δημοτικών Σχολείων εις την δικαιοδοσίαν των γενικών επιθεωρητών» της 16ης-8-1914, ΦΕΚ 234/21-8-1914, καθώς και το Βασιλικό Διάταγμα «Περί κατανομής εις εκπαιδευτικάς περιφερείας των σχολείων της Μέσης Εκπαιδεύσεως» της 11ης-6-1914, ΦΕΚ159/13-6-1914.
(5) Ο Νόμος 402 «Περί κυρώσεως του από 19 Αυγούστου ε.έ. Β. Δ. «περί του προσωπικού των σχολείων της Δημοτικής και Μέσης Εκπαιδεύσεως των Νέων Χωρών» της 17ης-11-1914, ΦΕΚ 348/25-11-1914, και το Βασιλικό Διάταγμα «Περί κωδικοποιήσεως εις εν ενιαίον κείμενον νόμου των διατάξεων του Νόμου 402 και του διά τούτου κυρωθέντος Β. Δ. Της 19ης Αυγούστου 1914» της 17ης-2-1915, ΦΕΚ 79/23-2-1915.
(6) Ο Νόμος 577 «Περί προσαυξήσεων του μισθού και συντάξεως των εν ταις Νέαις Χώραις λειτουργών της Εκπαιδεύσεως κλπ» της 31ης-12-1914, ΦΕΚ 19/15-1-1915.
(7) Ο Νόμος 568 «Περί διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσης εν Οθωμανικοίς και Ισραηλιτικοίς σχολείοις των Νέων Χωρών» της 31ης-12-1914, ΦΕΚ 15/12-1-1915.
Η εποπτεία δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης ασκήθηκε σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον Νόμο 240, ο οποίος άλλαξε οριστικά το καθεστώς λειτουργίας των σχολείων στις Νέες Χώρες: Όργανα εποπτείας ήταν ο Σύμβουλος (υπουργός), το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο, τα Εποπτικά Συμβούλια, οι Γενικοί Επιθεωρητές, οι Επιθεωρητές Δημοτικής Εκπαίδευσης και οι Διευθυντές των σχολείων. Με το Διάταγμα 158/10-10-1916 της Προσωρινής Κυβέρνησης συγκροτήθηκε το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο. Πρόεδρος του συμβουλίου ορίσθηκε ο Δημήτρης Γληνός, ενώ προσωρινά καθήκοντα συμβούλου ανέλαβαν οι γενικοί επιθεωρητές Κ. Χελιουδάκης, Εμ. Δαυίδ και Κ. Γ. Παπαδάκης (Διάταγμα 1046/31-12-1916). Το Διάταγμα 301/28-10-1916 όριζε, εξάλλου, τη σύνθεση των εποπτικών συμβουλίων, τα οποία λειτούργησαν στις έδρες των αντίστοιχων περιφερειών δημοτικών σχολείων με πρόεδρο των συνεδριάσεων τον αρμόδιο επιθεωρητή. Λόγω των έκτακτων περιστάσεων, δεν τηρήθηκε πάντα η προβλεπόμενη διαδικασία στη λήψη των αποφάσεων, αφού επείγουσες ανάγκες επέβαλαν την ταχύτερη κάλυψή τους από τοπικά διοικητικά στελέχη (αντιπροσώπους της κυβέρνησης, νομάρχες), οι αποφάσεις των οποίων συχνά δεν επικυρώνονταν ούτε δημοσιεύονταν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Ως προς τους τύπους και τη λειτουργία των σχολείων δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης τηρήθηκε η πρόβλεψη του Διατάγματος της 19ης -8-1914, το οποίο διατήρησε την υπάρχουσα μορφή των σχολείων των Νέων Χωρών παρέχοντας, όμως, δυνατότητα μεταρρύθμισής τους κατά τους ισχύοντες νόμους του ελληνικού κράτους. Οι παρεμβάσεις της Ανωτάτης Διευθύνσεως Δημοσίας Εκπαιδεύσεως στη δημοτική εκπαίδευση υπήρξαν προς αυτή την κατεύθυνση (αναγνώριση, ίδρυση, κατάργηση, προαγωγή και υποβιβασμός σχολείων) με στόχο την επικράτηση δύο τύπων δημοτικών σχολείων, κοινών/τετραταξίων και πλήρων/εξαταξίων, καθώς και την ορθολογική χωροταξική κατανομή τους. Ανάλογες παρεμβάσεις έγιναν και στη μέση εκπαίδευση, στην οποία δύο ήταν τα επικρατούντα σχήματα σπουδών: 3/τάξιο ελληνικό σχολείο και 4/τάξιο γυμνάσιο ή 6/τάξιο γυμνάσιο και ημιγυμνάσιο (μη ολοκληρωμένος τύπος 6/ταξίου γυμνασίου). Η επαγγελματική εκπαίδευση μέσης βαθμίδας περιλάμβανε εμπορικές ή άλλου είδους σχολές, αστικές σχολές (6/τάξιο δημοτικό με επιπλέον τάξεις ελληνικού σχολείου ή εμπορικής σχολής), διδασκαλεία αρρένων και θηλέων και ανώτερα παρθεναγωγεία, σε κάποιες περιπτώσεις γυμνασιακά. Διαφαινόμενη τάση μεταρ-ρύθμισης του εκπαιδευτικού συστήματος ήταν να επικρατήσει ο τύπος του 6/ταξίου γυμνασίου και να αντικατασταθούν τα υπάρχοντα παρθεναγωγεία με αστικά σχολεία θηλέων. Η τάση αυτή καταγράφεται, για παράδειγμα, στην προσπάθεια της Ανωτάτης Διευθύνσεως Δημοσίας Εκπαιδεύσεως να εναρμονίσει γνωστά ιδιωτικά εκπαιδευτήρια της Θεσσαλονίκης με το νέο εκπαιδευτικό σχήμα. Έτσι, το Πρότυπο Παρθεναγωγείο Στεφάνου Νούκα-Αγλαϊας Σχινά, με τη νέα άδεια λειτουργίας που εξασφάλισε τον Νοέμβριο του 1916, απέκτησε στο εξής διακριτές εκπαιδευτικές βαθμίδες: νηπιαγωγείο, πλήρες (6/τάξιο) δημοτικό σχολείο και 3/τάξιο αστικό σχολείο θηλέων.
Η διαχείριση της εκπαίδευσης στις Νέες Χώρες αφορούσε και την εποπτεία των ετερόθρησκων σχολείων (μουσουλμανικών και ισραηλιτικών). Ο έλεγχος που ασκήθηκε σε τέτοια σχολεία στόχευε στην προσαρμογή της λειτουργίας τους στους ισχύοντες κανόνες (κτηριακή επάρκεια, συνθήκες υγιεινής, ωράρια). Ως εκ τούτου, αρκετά ισραηλιτικά σχολεία της Θεσσαλονίκης δεν αναγνωρίσθηκαν, αφού δεν πληρούσαν τους απαιτούμενους όρους λειτουργίας. Πολλά από τα αναγνωρισμένα σχολεία συντηρούνταν από εύπορους Ισραηλίτες ή ισχυρές οργανώσεις και, ως εκ τούτου, είχαν καλύτερη οργάνωση και ευρύτερο πρόγραμμα σπουδών. Μεγαλύτερη ακτινοβολία, ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, είχαν τα σχολεία που είχε ιδρύσει ή απλώς συντηρούσε η Alliance Israelite Universelle: Νηπιαγωγείο, δημοτικές σχολές αρρένων και θηλέων, ανώτερο παρθεναγωγείο, κατώτερες επαγγελματικές σχολές αρρένων και θηλέων και εμπορικές σχολές. Άλλα σχολεία, όπως η ισραηλιτική σχολή της Χίου, έπαυσαν τη λειτουργία τους, ίσως και για ανεπάρκεια μαθητικού δυναμικού. Ιδιαίτερη μέριμνα λήφθηκε για διδασκάλους/διδασκάλισσες της ελληνικής γλώσσας σε ετερόθρησκα σχολεία (ωράρια, αργίες), η διδασκαλία της οποίας σε αυτά ήταν υποχρεωτική, στο πλαίσιο της ενεργούμενης εκπαιδευτικής και γλωσσικής αφομοίωσης των Νέων Χωρών (Νόμος 568/1914). Η ίδια ρύθμιση εφαρμόσθηκε και για την εκπαίδευση των βλαχοφώνων με την απόσπαση διδασκάλων από την Παλαιά Ελλάδα σε όσα σχολεία λειτουργούσαν κατά τους θερινούς μήνες σε τόπους θερινής διαμονής βλαχοποιμένων (Βέρμιο, Γρεβενά). Η Ανωτάτη Διεύθυνση Δημοσίας Εκπαιδεύσεως αντιμετώπισε το πρόβλημα καταβολής καθυστερούμενων μισθών εκπαιδευτικών αυτής της κατηγορίας ή νέων αποσπάσεων.
Σοβαρότερο ήταν το πρόβλημα εκπαίδευσης των σλαβόφωνων χριστιανικών πληθυσμών της Μακεδονίας, η οποία αποτέλεσε άλλωστε τον κύριο στόχο της αφομοίωσης των Νέων Χωρών. Η κυριότερη δυσχέρεια της αφομοίωσης φαίνεται ότι ήταν η μη προσέλευση σλαβόφωνων μαθητών στα ελληνικά σχολεία που αντικατέστησαν όσα σχολεία της Εξαρχίας λειτουργούσαν πριν από την ενσωμάτωση. Το πρόβλημα είναι προφανές ότι εντάθηκε στις συνθήκες πολέμου που επικρατούσαν στη Μακεδονία κατά την περίοδο της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, εν όψει μάλιστα της σερβικής ή βουλγαρικής προπαγάνδας που είχε την ευκαιρία να αναπτυχθεί σε επίμαχες περιοχές τότε. Παρά τα προτεινόμενα από στελέχη της εκπαίδευσης μέτρα, στην πράξη φαίνεται ότι εφαρμόσθηκε ο έλεγχος γονέων για την τακτική φοίτηση των παιδιών τους στο ελληνικό σχολείο, όσο μπορούσε, βέβαια, αυτός να επιτευχθεί στο χάος που δημιούργησε ο πόλεμος και ο διχασμός.
Σε τέτοιες συνθήκες η δυσλειτουργία των σχολείων αποτέλεσε τον κανόνα στα εκπαιδευτικά πράγματα και όχι το αντίθετο. Η Προσωρινή Κυβέρνηση Θεσσαλονίκης είχε να αντιμετωπίσει, καταρχήν, την καταστροφή, την επίταξη των διδακτηρίων για στρατιωτικούς σκοπούς ή την κατάληψή τους από πρόσφυγες. Η κυριότερη, όμως, δυσχέρεια στην εκπαιδευτική λειτουργία ήταν η έλλειψη προσωπικού. Πολλοί εκπαιδευτικοί, κυρίως από την Παλαιά Ελλάδα, από φόβο, αδυναμία μετακίνησης ή άρνηση να υπηρετήσουν το νέο καθεστώς δεν επέστρεψαν στις θέσεις τους. Άλλοι εγκατέλειψαν τις θέσεις τους για παρόμοιους λόγους. Σε κάποιες περιπτώσεις η «αντίδραση» στο Κίνημα της Θεσσαλονίκης είχε ως συνέπεια ανακρίσεις, προφυλακίσεις ή εκτοπισμούς και αστυνομική επιτήρηση των αντιφρονούντων. Κενές θέσεις προκάλεσε, επίσης, η επιστράτευση ήδη υπηρετούντων εκπαιδευτικών. Στα σχολεία της Φλώρινας και της Καστοριάς, που αποτελούσαν πεδίο πολεμικών επιχειρήσεων το Φθινόπωρο του 1916, η διάλυση δεν ήταν δυνατό να αποφευχθεί. Σοβαρότερη ήταν η δυσλειτουργία των σχολείων στοιχειώδους βαθμίδας, στα οποία, εκτός άλλων λόγων, η έλλειψη διδασκάλων με προσόντα και οι συνεχιζόμενες παραιτήσεις πολλών από αυτούς για λόγους οικονομικής δυσπραγίας δημιούργησαν δυσαναπλήρωτα κενά. Σε περιφέρειες με σλαυόφωνους, κατά κανόνα, οικισμούς (Γιαννιτσά, Κιλκίς, Λαγκαδάς, Έδεσσα, Φλώρινα και Καστοριά) το πρόβλημα δυσχέραινε σοβαρά την επιδιωκόμενη γλωσσική και εθνική αφομοίωση.
Όλα αυτά τα προβλήματα επιχείρησε να λύσει το Διάταγμα 250/28-10-1916 (Φ.22 Εφημερίδας Κυβερνήσεως, τεύχος Α΄, 1917) «περί των λειτουργών της δημοτικής και μέσης εκπαιδεύσεως». Προκρίθηκαν τα εξής μέτρα που στόχευαν στην άμεση αντιμετώπιση των δυσχερειών: (1) απόλυση όσων εκπαιδευτικών δεν επέστρεφαν στις θέσεις τους εντός εικοσαημέρου (2) τοποθέτηση εκπαιδευτικών από βουλγαρο-κρατούμενες περιοχές (Σέρρες, Δράμα, Καβάλα) σε κενές θέσεις άλλων εκπαιδευτικών περιφερειών (3) προσωρινή τοποθέτηση υποδιδασκάλων σε κενές θέσεις πλήρων δημοτικών σχολείων˙ διορισμός νηπιαγωγών σε κενές θέσεις κοινών δημοτικών σχολείων, κυρίως στους ξενόφωνους οικισμούς˙ παροχή του δικαιώματος του διδασκάλου εν ανάγκη και σε όσους δεν πληρούσαν τα προβλεπόμενα από τον νόμο προσόντα. Το ίδιο μέτρο προκρίθηκε και για την κάλυψη θέσεων επιθεωρητών δημοτικών σχολείων στις ίδιες περιοχές (σλαυόφωνες) που για πολιτικούς λόγους είχαν ανάγκη διαρκούς εποπτείας. Συνήθης πρακτική για την κάλυψη αναγκών του σχολικού προγράμματος ήταν, επίσης, η ανάθεση πρόσθετης διδασκαλίας μαθημάτων σε εκπαιδευτικούς ανήκοντες στο ενεργό δυναμικό των σχολείων, η μείωση των κανονικών ωρών διδασκαλίας και οι προσωρινοί διορισμοί σε θέσεις στρατευμένων εκπαιδευτικών.
Η Ανωτάτη Διεύθυνση Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ήταν αναγκασμένη να αντιμετωπίσει και άλλα προβλήματα, τρέχοντα ή έκτακτα, τα οποία δυσχέραιναν την ήδη προβληματική λειτουργία των σχολείων. Διακοπή λειτουργίας λόγω επιδημιών, μεταφορά μαθητών από σχολεία με προσωρινή ή οριστική παύση λειτουργίας σε άλλα, υποδοχή προσφύγων μαθητών ή παιδιών διωκόμενων οικογενειών από το βασιλικό καθεστώς του κράτους των Αθηνών σε σχολεία της επικράτειας της Προσωρινής Κυβέρνησης, απαλλαγή μαθητών γυμνασίων ειδικών κατηγοριών από την καταβολή των εκπαι¬δευτικών τελών, συμφωνία με βιβλιοπώλες από την Αθήνα για κυκλοφορία βιβλίων δημοτικής εκπαίδευσης στις Νέες Χώρες ήταν αποφάσεις που λήφθηκαν για τη θεραπεία αντίστοιχων προβλημάτων.
Οξύ ήταν και το πρόβλημα αντιμετώπισης των σχολικών δαπανών όχι μόνο τρεχουσών, αλλά και κεκλεισμένων χρήσεων˙ τις τελευταίες ήταν αδύνατο να συμπεριλάβει η κυβέρνηση στον προϋπολογισμό του 1917. Οι υφιστάμενες εφορείες ή επιτροπές φαίνεται ότι έδειξαν ολιγωρία στην επιβαλλόμενη από τον Νόμο 402/1914 υποχρέωση είσπραξης των συνήθων σχολικών πόρων και καταβολής τους στο Δημόσιο Ταμείο. Αυτό τουλάχιστον καταγράφηκε σε εκθέσεις των προέδρων εφορειών σχολείων της Δυτικής Μακεδονίας και των νησιών του Αιγαίου προς τον σύμβουλο, Γεώργιο Αβέρωφ, στις αρχές του 1917. Έτσι, οι σχολικές δαπάνες από τον Αύγουστο του 1914 μέχρι και το 1917 βάρυναν σχεδόν αποκλειστικά το κράτος. Οι μισθοί των εκπαιδευτικών, που αποτελούν την κυριότερη εκπαιδευτική δαπάνη, καταβάλλονταν για το σχολικό έτος 1916-17 από τα οικεία ταμεία με εντάλματα πληρωμών. Προβλήματα δημιουργήθηκαν στην καταβολή των μισθών εκπαιδευτικών με οργανική θέση σε σχολεία των βουλγαροκρατούμενων περιοχών ή της ουδετέρας ζώνης λόγω δυσκαμψίας των λογιστικών υπηρεσιών, δυστροπίας των ταμιών ή και άρνησής τους να υπηρετήσουν το καθεστώς. Παρόμοια προβλήματα δημιουργήθηκαν και στη μισθοδοσία των καθηγητών των Ιερών, λόγω άρνησης του Εκκλησιαστικού Ταμείου να μισθοδοτήσει υπαλλήλους του κράτους της Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, η κυβέρνηση έλαβε μέριμνα για τη μισθοδοσία των προσχωρούντων από την Παλαιά Ελλάδα υπαλλήλων (Διατάγματα 628/25-11-1916 και 2/3-1-1917) και τήρησε απαρεγκλίτως τις σχετικές με τις διαβαθμίσεις και τη μισθολογική εξομοίωση των εκπαιδευτικών των Νέων Χωρών διατάξεις (αυξήσεις λόγω πενταετιών, συνταξιοδοτικά δικαιώματα και αντίστοιχες κρατήσεις). Παράλληλα, συγκέντρωνε και σωρεία αιτήσεων για δίκαιες αυξήσεις των γλίσχρων, κατά γενική ομολογία, μισθών, οι οποίοι είχαν υποβαθμισθεί λόγω της γενικής ανόδου των τιμών που προκάλεσε ο πόλεμος. Οι εκπαιδευτικοί της Θεσσαλονίκης ήταν περισσότερο ευνοημένοι, αφού λάμβαναν το χορηγούμενο στους πολιτικούς υπαλλήλους της πόλης επίδομα.
Η πρωτοπορία της Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης έχει καταγραφεί στην καθιέρωση, για πρώτη φορά, της χρήσης της δημοτικής γλώσσας στα βιβλία της στοιχειώδους εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, το Διάταγμα 2585 της 14ης-5-1917, άρθρο 5 (Φ. 96/30-5-1917, τεύχος Α΄) προέβλεπε ότι «Τα διά τας τέσσερας πρώτας τάξεις των Δημοτικών Σχολείων προοριζόμενα αναγνωστικά, ως και τα βιβλία των αριθμητικών ασκήσεων διά την γ΄, δ΄, ε΄και στ΄τάξιν των αυτών Σχολείων, οφείλουσι να είναι γεγραμμένα εις την κοινήν ομιλουμένην (δημοτικήν) γλώσσαν, απηλλαγμένην παντός αρχαϊσμού ή ιδιωτισμού». Το μέτρο, βέβαια, αφορούσε το προσεχές σχολικό έτος και επρόκειτο λίγα χρόνια αργότερα να αρθεί, όταν η αντίπαλη των βενιζελικών παράταξη απέσυρε τα ήδη εγκεκριμένα και χρησιμοποιούμενα νέα βιβλία ακολουθώντας τη σύσταση της αρμόδιας επιτροπής «να εκβληθώσι πάραυτα εκ των σχολείων και καώσι »!

Ιστορικό ενότητας περιγραφής

Διαδικασία Πρόσκτησης

Δημόσια Αποστολή
Φορέας παράδοσης: Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (1955-2009)
Ημερομηνία εισαγωγής: 1963-08-08
ΑΒΕ: 530

Υπάρχουν ενδείξεις ότι τα αρχεία της Προσωρινής Κυβέρνησης ακολούθησαν την κάθοδό της στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1917 και, με την ενοποίηση του κράτους, εντάχθηκαν στα αρχεία των αντίστοιχων υπουργείων. Παραδόξως, το αρχείο της Ανωτάτης Διευθύνσεως Δημοσίας Εκπαιδεύσεως είναι το μόνο γνωστό από αυτά, αν εξαιρεθεί το αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών, ενώ και τα αρχεία των άλλων Διευθύνσεων πρέπει να ακολούθησαν την ίδια πορεία. Το αρχείο εισήχθη στην Κεντρική Υπηρεσία των Γ.Α.Κ. με ημερομηνία πρωτοκόλλου παράδοσης-παραλαβής 8/8/1963 ως προσάρτημα συνολικότερου τμήματος του αρχείου του υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, το οποίο συνοδεύει ο αριθμός βιβλίου εισαγωγής (ΑΒΕ) 530.

Πεδίο Περιεχομένου και Διάρθρωσης

Παρουσίαση Περιεχόμενου

Το αρχείο είναι σημαντικής ιστορικής αξίας˙ όχι μόνο γιατί προέρχεται από μια μοναδική για την ελληνική ιστορία περίοδο, τον διχασμό, αλλά και γιατί είναι ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, τμήματα των αρχείων της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης (1916-1917). Παρά τον μικρό όγκο και τον θεματικό περιορισμό του στον χώρο της εκπαίδευσης, το αρχείο αποτελεί πηγή πληροφόρησης για σημαντικά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα των Νέων Χωρών, προσδιορισμένα, βέβαια, από τις συνθήκες του πολέμου και του εθνικού διχασμού.
Στο αρχείο υπάρχουν, καταρχήν, τεκμήρια σχετικά με την επιτελική δράση των δυνάμεων της Entente στη Μακεδονία˙ μέσα από την αλληλογραφία του συμβούλου Δημοσίας Εκπαιδεύσεως με αξιωματούχους υπηρεσιών της Στρατιάς της Ανατολής (Armée d’ Orient) μπορεί να διαπιστωθεί ο κυριαρχικός ρόλος τους σε θέματα μείζονος σημασίας, όπως ο επισιτισμός, ο έλεγχος των μετακινήσεων, η απελευθέρωση συλληφθέντων και η τύχη αγνοουμένων, η συλλογή και ο έλεγχος των πληροφοριών. Στοιχεία, επίσης, για ζητήματα θρησκευτικών μειονοτήτων, κυρίως τα σχετικά με τα περιουσιακά δικαιώματα, τη θρησκευτική διοίκηση, την εκπαίδευση της μουσουλμανικής κοινότητας και τις σχέσεις της με τον ελληνικό πληθυσμό, όπως και για την εκπαίδευση της ισραηλιτικής κοινότητας μπορούν να αναζητηθούν στο αρχείο. Επιπροσθέτως, τα μικρής ποσότητας τεκμήρια για εκκλησιαστικά και μοναστηριακά ζητήματα της ορθόδοξης κοινότητας δίνουν εικόνα όχι μόνο για συνήθη θέματα (ναοί, κτήματα) αλλά και για την επίδραση του διχασμού στο σώμα της Εκκλησίας και τη στάση αρχιερέων στο κίνημα Εθνικής Άμυνας. Εξάλλου, το διοικητικό σχήμα της Προσωρινής Κυβέρνησης (τριανδρία, σύμβουλοι, αντιπρόσωποι, νομάρχες, υποδιοικητές, διοικητικοί επίτροποι) και η λειτουργία της αποκαλύπτονται με πληρότητα, καθώς και οι συγκρούσεις τοπικής και κεντρικής ισχύος στη λήψη των αποφάσεων. Έτσι, οι χειρισμοί κάποιων θεμάτων και οι σχετικές αποφάσεις μπορούν να αποτελέσουν τεκμήρια για την εκτίμηση της διακυβέρνησης που άσκησε η Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας κατά την υπό συζήτηση περίοδο.
Ως προς τα ζητήματα της εκπαίδευσης, το αρχείο έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον όχι για την αναζήτηση σε αυτό της τυπικής εκπαιδευτικής λειτουργίας, η οποία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε συνήθη εκπαιδευτικά αρχεία, αλλά για τη γνώση της λειτουργίας και της διαχείρισης ενός ευαίσθητου χώρου, όπως αυτός της εκπαίδευσης, σε συνθήκες πολέμου και εθνικού διχασμού. Θέματα όπως η γλωσσική και εθνική αφομοίωση των σλαβόφωνων και βλαχόφωνων πληθυσμών της Μακεδονίας, η εκπαιδευτική αφομοίωση των νησιών Ίμβρου και Τενέδου, που βρίσκονταν ακόμη υπό ελληνικό έλεγχο, οι αντιδράσεις εκπαιδευτικών στο κίνημα, η εγκατάλειψη θέσεων ή η στράτευσή τους και η συνακόλουθη δυσλειτουργία των σχολείων, η πολιτική προπαγάνδα και τα σύμβολα που τέθηκαν σε χρήση από το καθεστώς συγκεντρώνουν, μεταξύ άλλων, το ιστορικό ενδιαφέρον.
Χρήσιμα τεκμήρια αποτελούν οι εκθέσεις διευθυντικών και εποπτικών στελεχών της εκπαίδευσης, οι αναφορές διοικητικών αρχών σε ελληνική και γαλλική γλώσσα, αναφορές και αιτήσεις κατοίκων, οι πίνακες εκπαιδευτικού προσωπικού, τα συνημμένα με αιτήσεις εκπαιδευτικών πιστοποιητικά σπουδών και υπηρεσίας (αρκετά από αυτά παλαιά, ξεδιπλώνουν ιστορίες και περιπλανήσεις εκπαιδευτικών σε κοινότητες του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού και φωτίζουν την εκπαίδευση εκείνης της περιόδου), οι προϋπολογισμοί σχολικών δαπανών των ετών 1910-1912 και η μαρτυρούμενη κοινοτική αδράνεια μετά το 1914 και την πορεία προς το εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ενδιαφέρουσα διάσταση του αρχείου είναι και το ότι αυτό συγκροτεί συνοπτικό χάρτη των σχολείων δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης που λειτούργησαν στις Νέες Χώρες λίγα χρόνια μετά την ενσωμάτωσή τους στο κράτος. Ουσιαστικά, το αρχείο αποτελεί μια ακόμη πηγή πληροφόρησης για παλαιά τοπωνύμια αυτών των περιοχών. Τα περισσότερα από αυτά, ταυτισμένα με τα αντίστοιχα σημερινά, έχουν καταγραφεί στο αλφαβητικό ευρετήριο.

Επιλογές, εκκαθαρίσεις και τελική διατήρηση

Προσθήκες Υλικού

Σύστημα Ταξινόμησης

Καταρχήν, το αρχείο δεν είχε διακριτό ταξινομικό σχήμα ούτε τάξη στα επιμέρους τεκμήρια. Ο μεγαλύτερος όγκος του υλικού αποτελούνταν από λυτά έγγραφα με σποραδικές συσσωματώσεις μερικών από αυτά σε οιονεί φακέλους με γαλάζιο λεπτό περίβλημα και σχετικές, τις περισσότερες φορές, θεματικές ενδείξεις: π.χ. «Γραφείον Θρησκευμάτων», «καθηγητές Γυμνασίων», «Δημοδιδάσκαλοι Μακεδονίας».
Ακολουθώντας τη διαφαινόμενη πρόθεση ταξινόμησης εκ μέρους του παραγωγού, τη διοικητική λειτουργία και το είδος του υλικού, το αρχείο ταξινομήθηκε σε έξι σειρές, αντίστοιχες των οργανικών τμημάτων της Ανωτάτης Διευθύνσεως Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Μικρότερες ενότητες (υποσειρές) δημιουργήθηκαν με διαίρεση του υλικού αναλόγως των περιοχών ελέγχου της Προσωρινής Κυβέρνησης, οι οποίες αποτελούσαν συγχρόνως και μεγάλες εκπαιδευτικές περιφέρειες. Εξαίρεση στον κανόνα αποτέλεσαν η σύμπτυξη Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, δηλαδή οι Νομαρχίες Θεσσαλονίκης, Κοζάνης και Φλωρίνης, αν και αποτελούσαν χωριστές εκπαιδευτικές περιφέρειες (Ι΄και ΙΑ΄αντιστοίχως), και η αντιμετώπιση της Ύδρας ως χωριστής διοικητικής και εκπαιδευτικής περιφέρειας, αν και ανήκε στην περιφέρεια των Κυκλάδων. Τρίτο επίπεδο ταξινόμησης αποτελούν οι φάκελοι, το περιεχόμενο των οποίων αντιστοιχεί σε μικρότερες διοικητικές ενότητες, τις νομαρχίες. Οι υποφάκελοι, ως τέταρτο επίπεδο ταξινόμησης, δημιουργήθηκαν με θεματική διαίρεση των ήδη ομαδοποιημένων εγγράφων, ανάλογη της διοικητικής διαχείρισης που ασκήθηκε στη δημοτική και μέση εκπαίδευση, με συνήθεις ενοποιήσεις των εγγράφων σε θέματα προσωπικού, μαθητικά θέματα και θέματα λειτουργίας σχολείων. Περαιτέρω διάκριση εγγράφων εντός των υποφακέλων πραγματοποιήθηκε με τη χρήση είτε φύλλων αρχειακού χαρτιού (και ανάλογες ενδείξεις) ή συνδετήρων, με τους οποίους ενοποιούνται και τα συνημμένα. Στην περίπτωση αυτή είναι αναγκαία η προσοχή του χρήστη για να αποφευχθεί η ενδεχόμενη αποσύνδεση των εγγράφων. Τη χρήση του αρχείου διευκολύνει, επίσης, η αρίθμηση των εγγράφων, η οποία έχει καταχωρηθεί και στο ευρετήριο.
Η αντιστοίχιση σειρών και φακέλων είναι η ακόλουθη: Γραφείον Συμβούλου (φάκ.1), Γραφείον Θρησκευμάτων (φάκ.2-6), Γραφείον Μέσης Εκπαιδεύσεως (φάκ.7-14), Γραφείον Δημοτικής Εκπαιδεύσεως (φάκ.15-24), Γραφείον Αρχαιοτήτων (φάκ. 25), Λογιστική Υπηρεσία (φάκ. 26-36). Δύο φάκελοι εκτός σειρών, οι τελευταίοι, περιέχουν σχέδια διαταγμάτων, φύλλα Εφημερίδος και εγκυκλίους της Προσωρινής Κυβερνήσεως (37-38).

Πεδίο Όρων Πρόσβασης και Χρήσης

Όροι πρόσβασης

Όροι αναπαραγωγής

Γλώσσα των Τεκμηρίων

Γραφή του υλικού

Σημειώσεις γλώσσας και γραφής

Φυσικά Χαρακτηριστικά και Τεχνικές απαιτήσεις

Υπόστρωμα των περισσότερων εγγράφων του αρχείου είναι βιομηχανικό χαρτί (wove) μέτριου πάχους και υπόλευκου, υποκίτρινου, γκρι-γαλάζιου ή πράσινου χρώματος. Τα εξερχόμενα έγγραφα φέρουν έντυπο τον λογότυπο της Προσωρινής Κυβέρνησης και αριθμό πρωτοκόλλου, ενώ τα εισερχόμενα σφραγίδα εισόδου, συχνά και σημειώσεις διεκπεραίωσης και αρχειοθέτησης. Παρατηρούνται, επίσης, χημικές ή μηχανικές φθορές του χαρτιού, όπως φωτοοξείδωση, κηλίδες υγρασίας και λιπαρότητας, διαχύσεις μελανιών (μεταλλογαλλικών ή μελανιών αιθάλης) και περιμετρικές αλλοιώσεις (τσακίσεις και απώλειες). Για επισημότερα έγγραφα (διατάγματα) χρησιμοποιούμενο υπόστρωμα είναι χειροποίητο χαρτί μεγαλύτερου πάχους, με υδατόσημο και ελαφρώς ανάγλυφη υφή. Και σε αυτό το χαρτί υπάρχουν οξειδώσεις, οφειλόμενες προφανώς στη χαμηλή ποιότητα των υλικών, ίχνη κόλλας ή λιπαροί λεκέδες. Περίπου εκατόν πενήντα έγγραφα που έχουν υποστεί προχωρημένη φθορά, πιθανώς λόγω τυχαίας διαβροχής του αρχείου, εμφανίζουν επικαθίσεις αποικιών μυκήτων και σπορίων, χρωματικές αλλοιώσεις, κονιορτοποίηση και αποικοδόμηση του χαρτιού. Αυτά τα έγγραφα έχουν αποσυρθεί από το σώμα του αρχείου. Στο ευρετήριο περιγράφονται και αριθμούνται με τη σημείωση «προς συντήρηση».

Εργαλείο έρευνας

Συμπληρωματικές πηγές:

Εντοπισμός των πρωτότυπων

Εντοπισμός των αντιγράφων

Συμπληρωματικές πηγές

Ως προς την Προσωρινή Κυβέρνηση Θεσσαλονίκης, βασική πηγή παραμένει το αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (ΙΑΥΕ). Συμπληρωματικά στοιχεία μπορούν να αναζητηθούν σε αρχεία προσώπων με συμμετοχή στο κίνημα Εθνικής Άμυνας. Τέτοια είναι το αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου (τμήμα Ε. Λ. Ι. Α. και τμήμα Ιστορικών Αρχείων Μουσείου Μπενάκη) και τα αρχεία Γ. Φιλάρετου και Σ. Σίμου (ΓΑΚ/Κ.Υ.). Ο πρώτος συμμετείχε στην κυβέρνηση με την ιδιότητα του αρχιγραμματέως του Πολιτικού Γραφείου και ο δεύτερος διετέλεσε σύμβουλος Περιθάλψεως. Ως προς τα θέματα εκπαίδευσης, το αρχείο του Υπουργείου Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως,1886-1926 (ΓΑΚ/Κ.Υ.) καλύπτει ζητήματα κεντρικής διαχείρισης της εκπαίδευσης για τα πριν και μετά το 1916-17 χρόνια. Το αρχείο Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, 1912-1929 (Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας) μπορεί, επίσης, να αποτελέσει πηγή για τα μετά την ενσωμάτωση των Νέων Χωρών ζητήματα εκπαίδευσης ή άλλα θέματα, ενώ το αρχείο Κρητικής Πολιτείας, 1898-1913 (Ιστορικό Αρχείο Κρήτης) για ίδια θέματα της περιόδου αυτονομίας της Κρήτης. Αρχεία αποκείμενα σε περιφερειακές υπηρεσίες των ΓΑΚ, κυρίως αρχεία σχολείων των Νέων Χωρών (Λέσβος, Σάμος, Χίος), συνιστούν επιπλέον πηγές. Ως προς την εκπαίδευση του τουρκοκρατούμενου Ελληνισμού αυτών των περιοχών ενδιαφέρουσα πηγή πρέπει να αποτελούν τα αρχεία Μητροπόλεων, αν μπορεί να εξασφαλισθεί η πρόσβαση ερευνητών σε αυτά.

Σχετικές αρχειακές περιγραφές

Πεδίο Παρατηρήσεων

Σημείωση

Σημείωση

Η εισαγωγή περιλαμβάνει επίσης αρχεία της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΥΕΔΕ, ΥΠΕΠΘ (1922-1938), συνέχεια του εκκλησιαστικού αρχείου των ετών 1914-1935.

Εναλλακτικοί Κωδικοί

Σημεία πρόσβασης

Τοποθεσίες ως Σημεία πρόσβασης

Είδος υλικού ως Σημεία πρόσβασης

Πεδίο ελέγχου εργασιών της περιγραφής

Αναγνωριστικό περιγραφής

Αναγνωριστικό φορέα τεκμηρίωσης

Χρησιμοποιούμενοι Κανόνες ή Πρότυπα Περιγραφής

Ημερομηνίες δημιουργίας, αναθεώρησης και διαγραφής

Γραφή(ες)

Πηγές

Παρατηρήσεις και Όνομα Αρχειονόμου

Η πρώτη ταξινόμηση του αρχείου πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο πρακτικής άσκησης φοιτητριών των ΤΕΙ Αθήνας κατά το διάστημα Δεκεμβρίου 2005- Μαρτίου 2006. Νέα αρχειοθέτηση και ταυτόχρονη ενημέρωση του ηλεκτρονικού αρχείου πραγματο-ποιήθηκαν από την Αγγελική Μαντζανά, φιλόλογο αγγλικής (απόσπαση Κ.Υ/ΓΑΚ). Η παρούσα μορφή του αρχείου προέρχεται από συνολική αναταξινόμηση και αρχειοθέτηση, καθώς και ανασύνταξη του εργαλείου έρευνας. Το πρόγραμμα ταξινό-μησης ανέλαβε η Μαρία Παπαδάκη, φιλόλογος-ιστορικός (απόσπαση Κ.Υ/ΓΑΚ), με τη συνεργασία της Μαρίας Θηραίου, συμβασιούχου (ΠΕ Διοικητικού). Με τη σύνταξη του αλφαβητικού ευρετηρίου ασχολήθηκαν η αρχειονόμος Θεανώ Ασπρογέρακα (υπάλ¬ληλος της Κεντρικής Υπηρεσίας των ΓΑΚ) και η Μαρία Παπαδάκη. Η περιγραφή των φυσικών χαρακτηριστικών του αρχείου έγινε με τη βοήθεια της συντηρήτριας της Κεντρικής Υπηρεσίας των ΓΑΚ, Μαρίας Γιαννίκου.

Πεδίο Πρόσκτησης