Κρατικός Αερολιμένας Σαντορίνης
- Νομικό Πρόσωπο
Κρατικός Αερολιμένας Σαντορίνης
Κρατικός Αερολιμένας Καστοριάς "Αριστοτέλης"
Κρατικός Αερολιμένας Καλαμάτας
Κρατικός αερολιμένας Καβάλας "Μ. Αλέξανδρος"
Κρατικός Αερολιμένας Ηρακλείου «Νίκος Καζαντζάκης»
Κρατικός Αερολιμένας Αλεξανδρούπολης, Τμήμα Υποστήριξης
Κρατικός αερολιμένας Αλεξανδρούπολης "Δημόκριτος"
Σύμφωνα με το διάταγμα της 1614/16 Φεβρουαρίου 1972 «Περί κανονισμού, οργανώσεως και προσωπικού της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας» (ΦΕΚ 25 Α΄ 1972) (άρθρο 15) το Τμήμα Εσόδων και Εκμισθώσεων αποτελούσε το έκτο τμήμα της Διεύθυνσης Διοικητικού – Οικονομικού τους Διεθνούς Κρατικού Αερολιμένα Αθηνών. Αρμοδιότητά του ήταν η είσπραξη και απόδοση των εσόδων και η συλλογή στοιχείων οικονομικών μεγεθών. Το Τμήμα έφερε κωδικό ΚΑΑ/ΔΟ/ΣΤ
Με το ΠΔ 647 της 22/26 Ιουνίου 1981 «Περί του Οργανισμού της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Συγκοινωνιών» (ΦΕΚ Α' 163) (άρθρο 61) το Τμήμα μετονομάστηκε σε Τμήμα Εσόδων και Εκμισθώσεων και αποτελεί έκτοτε το τέταρτο από τα πέντε τμήματα της Διεύθυνσης Διοικητικού – Οργανωτικού. Αρμοδιότητες του τμήματος είναι:
• ο υπολογισμός, η είσπραξη και η απόδοση των πάσης φύσεως εσόδων του αερολιμένα,
• η τήρηση οικονομικών στοιχείων
• η παρακολούθηση και έλεγχος εφαρμογής των οικονομικών όρων των συμβάσεων εκμεταλλεύσεως του αερολιμένος
Τον ίδιο τίτλο διατήρησε και με το ΠΔ 56 της 30 Ιανουαρίου / 1 Φεβρουαρίου 1989 Οργανισμός της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.) του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών (ΦΕΚ Α΄ 28) (άρθρο 35)
Κρατικό Σανατόριο Περιθάλψεως Δημοσίων Υπαλλήλων
Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (Κ.Θ.Β.Ε.),
Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ)
Ο Γιάννος Κρανιδιώτης (25 Σεπτεμβρίου 1947 - 14 Σεπτεμβρίου 1999) ήταν Κύπριος διεθνολόγος, διπλωμάτης και πολιτικός, κορυφαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, συνιδρυτής της ΕΔΕΚ (κυπριακού σοσιαλιστικού κόμματος) και σύμβουλος στο γραφείο του Ανδρέα Παπανδρέου.
Γεννήθηκε στη Λευκωσία στις 25 Σεπτεμβρίου 1947. Ήταν γιος του Κύπριου διπλωμάτη, ποιητή και συγγραφέα Νίκου Κρανιδιώτη. Αποφοίτησε με Άριστα από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και κατόπιν έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις Διεθνείς Σχέσεις στο Χάρβαρντ των ΗΠΑ και στο Πανεπιστήμιο του Σάσσεξ της Μεγάλης Βρετανίας. Ήταν επίσης επίτιμος διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Από το 1976 ήταν μέλος του ΠΑΣΟΚ και την περίοδο 1981-1984 υπηρέτησε ως σύμβουλος στο Πολιτικό Γραφείο του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου για το Κυπριακό. Την περίοδο 1981–1989 διετέλεσε ειδικός γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών με αρμοδιότητα τα ευρωπαϊκά θέματα, και κατόπιν ως γενικός γραμματέας (1993-1994), από το 1988 ως το 1990 ήταν πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών και από τις 8 Ιουλίου 1994 υφυπουργός Εξωτερικών έως τον Ιανουάριο του 1995. Το 1995 έγινε ευρωβουλευτής στη θέση του Χρήστου Παπουτσή, ο οποίος ορίστηκε τότε Επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις 3 Φεβρουαρίου 1997 ορίστηκε ξανά υφυπουργός Εξωτερικών. Τον Μάρτιο του 1999 το Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ τον εξέλεξε μέλος της Κεντρικής του Επιτροπής, ενώ στις 19 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους ανέλαβε αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών, θέση που διατήρησε μέχρι το θάνατό του, στις 14 Σεπτεμβρίου 1999.
Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%8E%CF%84%CE%B7%CF%82 [τελευταία επίσκεψη: 3/9/2020]
Η Μιμίκα (Δήμητρα) Κρανάκη γεννήθηκε το 1922 στη Λαμία. Πατέρας της ήταν ο αξιωματικός Ιωάννης Κρανάκης και μητέρα της η Δέσποινα Μακροπούλου, αδελφή του Ιωάννη Μακρόπουλου, υπουργού της αντιβενιζελικής παράταξης, και Δημητρίου Μακρόπουλου, μεγαλοεπιχειρηματία. Σε ηλικία τεσσάρων ετών η συγγραφέας έχασε τη μητέρα της και μεγάλωσε κοντά στους αδελφούς της. Φοίτησε στο Παρθεναγωγείο του Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συνδέσμου και στο Αρσάκειο και σπούδασε νομική και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επίσης, σπούδασε μουσική (πιάνο και αρμονία) στο Ωδείο Αθηνών (1942-1945). Στη διάρκεια της μεταξικής δικτατορίας συνελήφθη για συμμετοχή σε αντιδικτατορικές εκδηλώσεις (1937, 1939), ενώ στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής οργανώθηκε στο ΕΑΜ και στη συνέχεια στο ΚΚΕ, από όπου διαγράφηκε το 1947. Από το τέλος του 1945 ζει στο Παρίσι με γαλλική υπηκοότητα. Εκεί σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης, πραγματοποίησε έρευνα στο C.R.N.S. (1949-1957), εκπόνησε διδακτορική διατριβή με τίτλο Emil Lask et le neocantisme και εργάστηκε ως καθηγήτρια γερμανικής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Nanterre (1967-1985). Συνεργάστηκε με τον τηλεοπτικό σταθμό France-Culture. Παντρεύτηκε το συγγραφέα και καθηγητή φιλοσοφίας Yvon Belaval, από τον οποίο χώρισε το 1967.
Πρωτοεμφανίστηκε με δημοσιεύσεις ποιημάτων στο περιοδικό Διάπλασις των Παίδων το 1933, το 1944 και το 1945 δημοσίευσε δύο κοινωνιολογικές μελέτες στο Αρχείο Κοινωνιολογίας και Θεωρίας των Επιστημών. Το 1947 εκδόθηκε στην Αθήνα το μυθιστόρημά της Contre temps, και το 1950 τη συλλογή από νουβέλες Τσίρκο. Το τελευταίο έργο της στα ελληνικά είναι το μυθιστόρημα Φιλέλληνες (είκοσι τέσσερα γράμματα μιας Οδύσσειας). Επίσης έχει σημαντικό αριθμό δημοσιεύσεων και μεταφράσεων στη γαλλική γλώσσα.
Σημ: Τα βιογραφικά στοιχεία προέρχονται από το ηλεκτρονικό αρχείο των ΕΚΕΒΙ-ΕΛΙΑ «Έλληνες λογοτέχνες από τον νεοελληνικό Διαφωτισμό έως το 1940» ( Έρευνα-επιμέλεια Κωνσταντίνα Σταματογιαννάκη).
1) Ο Σταμάτιος Δ. Κρίνος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1815, όπου διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα. Το 1829 πήγε στη Χίο, όπου ο αδελφός του Αθανάσιος διατηρούσε ιδιόκτητο φαρμακείο και ασκήθηκε εκεί για πέντε χρόνια στη φαρμακευτική τέχνη. Συγχρόνως διδάχθηκε φιλοσοφία από τον Νεόφυτο Βάμβα και αρχαία ελληνικά από τον Οικονομίδη Πεζάρο. Το 1835 πήγε στην Αθήνα και αφού παρακολούθησε μαθήματα στο αρτισύστατο φαρμακευτικό σχολείο, υποβλήθηκε σε εξετάσεις από το Ιατροσυνέδριο, και πήρε το δίπλωμα του φαρμακοποιού. Για να συμπληρώσει τις σπουδές του γράφτηκε στο Γυμνάσιο και το 1837 ίδρυσε φαρμακείο που έφερε το όνομά του. Το 1841 πήγε στην Πίζα όπου έμεινε δύο χρόνια παρακολουθώντας μαθήματα βοτανικής και χημείας και από εκεί στο Παρίσι όπου έμεινε μέχρι το 1846 συμπληρώνοντας τις γνώσεις του. Όταν επανήλθε στην Αθήνα έγινε υφηγητής της οργανικής χημείας και το 1861 διορίστηκε τακτικός καθηγητής φαρμακολογίας και φαρμακευτικής στην Ιατρική Σχολή. Δίδαξε επίσης και στο Σχολείο των Τεχνών.
Διετέλεσε μέλος του Iατροσυνεδρίου από το 1853 μέχρι το 1886, μέλος του αδελφάτου του νοσοκομείου «Η Ελπίς» (1854-1858, 1863), ελλανοδίκης της επί της Εμψυχώσεως της Εθνικής Βιομηχανίας Επιτροπής (1858, 1863, 1865) και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής δια την Παγκόσμιον Έκθεσιν (1862).
Ήταν παντρεμένος με τη Βικτωρία Ζενεβράκη με την οποία είχε δύο παιδιά: τη Μαρία, σύζυγο του στρατιωτικού γιατρού Παναγιώτη Διαμαντόπουλου και τον Αθανάσιο που ήταν επίσης φαρμακοποιός.
Δημοσίευσε 1) Περί στύρακος (1881) και 2) Περί επιστημονικού προσδιορισμού των αρχαίων ελληνικών φυτών δια των ονομάτων του λαού κατά τόπους και χρόνους και της εκ τούτων ωφελείας εις την ετυμολογίαν και λεξικογραφίαν της ελληνικής γλώσσης (1881). Εξέδωσε το περιοδικό Ασκληπιός την περίοδο 1856-1859.
[Οι πληροφορίες προέρχονται από την ΜΕΕ και από τεκμήρια του αρχείου].
Ο Γεώργιος Α. Κρίνος, γιος του Αθανασίου, γεννήθηκε στη Χίο. Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Αθήνας το 1872 και στη συνέχεια μετέβη στη Γερμανία για να συμπληρώσει τις σπουδές του. Το 1881 διορίστηκε έκτακτος καθηγητής της φαρμακευτικής χημείας και συνταγολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου δίδαξε μέχρι το 1891. Συνέγραψε Περί χημικής συνθέσεως και της σπουδαιότητος αυτής εις την φαρμακευτικήν.
[Οι πληροφορίες προέρχονται από την ΜΕΕ και από τεκμήρια του αρχείου].
Ο Αθανάσιος, γιος του Σταματίου Κρίνου, φοιτητής της φιλολογίας το 1881, ανέλαβε μετά το θάνατό του πατέρα του, το 1886, το φαρμακείο. Διετέλεσε πάρεδρος του Ιατροσυνεδρίου (1892). Παντρεύτηκε την Αργυρώ (;) και απέκτησε δύο γιους: τον Πέτρο, έμπορο στην Ερμούπολη και τον Κωνσταντίνο.
[Οι πληροφορίες προέρχονται από την ΜΕΕ και από τεκμήρια του αρχείου].
Ο Γεώργιος Π. Κρέμος (1839 – 1926) ήταν συγγραφέας, ερευνητής, ιστορικός και υφηγητής του Πανεπιστημίου των Αθηνών από το Στείρι Βοιωτίας. Πατέρας του ήταν ο Αραχωβίτης Πανάγος Γ. Κρέμος, αγωνιστής του 1821 στο ένοπλο σώμα του Γεώργιου Καραϊσκάκη.
Ιστορικός από την Αράχωβα. Σπούδασε στη Γερμανία και δούλεψε σε γυμνάσια της Αθήνας και της επαρχίας, ενώ έγινε και υφηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έγραψε πολλές μελέτες και συνέταξε τον πρώτο κατάλογο χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
Ο Γρηγόριος Κούππας, γιος του κεφαλονίτη Σπύρου Κούππα και της μυτιληνιάς Αικατερίνης Βασιλείου, γεννήθηκε στην πόλη της Μυτιλήνης προς τα τέλη της δεκαετίας του 1840. Φοίτησε στο εκεί γυμνάσιο και αμέσως μετά μετανάστευσε στα μεγάλα εμπορικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, όπου ήδη εργαζόταν ως εμπορικός υπάλληλος ο πατέρας του. Τις δεκαετίες 1860-1870 ήταν υπάλληλος σε ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά εμπορικά δίκτυα της εποχής, τον οίκο των αδελφών Σεβαστόπουλου. Από τις εμπορικές του δραστηριότητες συγκέντρωσε σημαντικά κεφάλαια, με τα οποία συμμετείχε, το 1882, στην ίδρυση του Μηχανουργείου Κούππα στον Πειραιά, μαζί με τους μικρότερους αδελφούς του Επαμεινώνδα και Αχιλλέα. Την ίδια περίοδο, παντρεύτηκε την Ερατώ Ιωάννου, γόνο αστικής οικογένειας της Μυτιλήνης, με την οποία απέκτησε έναν γιο, τον Στυλιανό, μετέπειτα διευθυντή του μηχανουργείου. Σε ώριμη ηλικία, ο Γρηγόριος Κούππας επέστρεψε στη Μυτιλήνη, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ως γαιοκτήμονας.
Κούνη - Μπαμνάρα , Χρυσούλα (1979 - 1982)
Ο Τίτος Κούνδουρος, γιος του Ρούσου Κούνδουρου, γεννήθηκε στη Νεάπολη Κρήτης το 1931 και σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Δικηγόρησε στην Αθήνα από το 1957 μέχρι το 1963 οπότε εισήχθη στο Συμβούλιο της Επικρατείας εξελιχθείς μέχρι του βαθμού του Αντιπροέδρου του Δικαστηρίου. Αποχώρησε “επί τιμή” το 1998.
Διετέλεσε Νομικός Σύμβουλος του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλου σε όλη την περίοδο της δεκαετούς θητείας του και έτυχε πολλών τιμητικών διακρίσεων.
[πηγή: Κούνδουρος, Γιάννης, Το γενεαλογικό δένδρο της οικογένειας των Κουνδούρων, εκδότης Αργ. Καραμήτσος, 2013]
Ο Ρούσος Α. Κούνδουρος γεννήθηκε στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης. Μετά τις γυμνασιακές σπουδές του στη Νεάπολη και στο Ηράκλειο, σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο των Αθηνών, από όπου αποφοίτησε το 1914.
Παντρεύτηκε το 1921 και εγκαταστάθηκε στην Νεάπολη Λασιθίου, όπου είχε και το δικηγορικό του γραφείο. Η σύζυγός του Μαρία Παντερμαράκη ήταν δασκάλα, ανιψιά του μητροπολίτη Κρήτης Τίτου Ζωγραφίδη.
Ο Ρούσος Κούνδουρος αγωνίστηκε στο Μακεδονικό Mέτωπο το 1915 - 17 εθελοντικά, με το βαθμό του ανθυπολοχαγού, μαζί με τον Σοφοκλή Βενιζέλο και άλλους Κρητικούς.
Πολιτεύτηκε και εκλέχτηκε βουλευτής Λασιθίου το 1926 με το κόμμα των Φιλελευθέρων και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Αγίου Νικολάου το 1928.
Το 1935 έλαβε μέρος στο κίνημα του Βενιζέλου, μαζί με τον εξάδελφό του Σήφη Ρ. Κούνδουρο και για το λόγο αυτό φυλακίστηκε.
Κατά τον πόλεμο του 1940 δεν στρατεύτηκε αλλά με άρθρα στις εφημερίδες, με ομιλίες και γράμματα προς τους αγωνιζόμενους στη Αλβανία αλλά και με αποστολές τροφίμων και ρουχισμού εξύψωνε τον πατριωτισμό των μαχητών. Την περίοδο της γερμανικής και ιταλικής κατοχής ήταν ηγέτης τη εθνικής αντίστασης ανατολικής Κρήτης, πρόεδρος της νομαρχιακής Επιτροπής του Ε.Α.Μ και παρείχε βοήθεια στους αντάρτες του βουνού αλλά και στους φυλακισμένους αγωνιστές, ενώ βρισκόταν σε επικοινωνία με την εξόριστη κυβέρνηση στην Αίγυπτο.
Συνελήφθη από τους ναζί στο σπίτι του στη Νεάπολη τα ξημερώματα της 4η Αυγούστου 1944 και, αφού βασανίστηκε στα μπουντρούμια της γκεστάπο στο Ηράκλειο, μεταφέρθηκε την 27η Αυγούστου στις φυλακές της Αγυιάς Χανίων όπου και εκτελέστηκε στις 29/8/1944.
Η μετακομιδή των οστών του στον οικογενειακό τάφο στον Άγιο Νικόλαο Λασιθίου έγινε στις 2/10/1948. Έτυχε τιμητικών διακρίσεων και του απονεμήθηκε, μετά θάνατον, μετάλλιο εθνικής αντίστασης.
Για να τιμηθεί η μνήμη του, ιδρύθηκε στον Άγιο Νικόλαο, με μέριμνα της αδερφής του Χρυσούλας Ξανθουδίδου, η Κουνδούρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη και στήθηκαν ανδριάντας του στον Άγιο Νικόλαο και προτομή του στη Νεάπολη. Δόθηκε το όνομά του σε δρόμους των πόλεων του νομού Λασιθίου και στα Χανιά, στη συνοικία Λενταριανά.
Στη μνήμη του, επίσης, εκδόθηκε το βιβλίο του καθηγητή Γιάννη Παυλάκη με τίτλο «ΡΟΥΣΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ 1891 - 1944».
[πηγή: Κούνδουρος, Γιάννης, Το γενεαλογικό δένδρο της οικογένειας των Κουνδούρων, εκδότης Αργ. Καραμήτσος, 2013]
Ο Βασίλης Ι. Κούκος γεννήθηκε στη Σπερχειάδα το 1927 και διαμένει στην Αθήνα. Είναι δικαστικός και επίτιμος διευθυντής της Βουλής.
Από το 1959 άρχισε να δημοσιεύει κείμενά του (δοκίμια, ποιήματα, διαλόγους) σε εφημερίδες και περιοδικά.
Καταγωγή από το χωριό Ίσαρις της Μεγαλόπολης στην Πελοπόννησο.
Υπηρετεί στη Χωροφυλακή (το 1919 προβιβάζεται σε ανθυπομοίραρχο) και κατατάσσεται από τους πρώτους στην Αστυνομία Πόλεων. Υπηρετεί σε διάφορες υπηρεσίες της Αστυνομίας και για μία τριετία (1929-1932) στο Τμήμα Γενικής Ασφαλείας της Διεύθυνσης Αστυνομίας Πόλεων. Το 1932 παραιτείται για λόγους ηθικής τάξης (δεν υποστηρίχθηκε σε συκοφαντίες εναντίον του). Στη συνέχεια εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα (1932-1936) και στην Τράπεζα της Ελλάδος (1936-1947), ενώ παράλληλα διατηρεί δικηγορικό γραφείο. Το 1936 οργανώνει την Υπηρεσία Προστασίας Εθνικού Νομίσματος. Στη διάρκεια της Κατοχής εργάστηκε εθελοντικά στην Υπηρεσία του Διεθνούς Κομιτάτου του Ερυθρού Σταυρού και διετέλεσε διευθυντής της Επιτροπής Διαχειρίσεως Βοηθημάτων εν Ελλάδι (Ε.Δ.Β.Ε.). Επίσης διετέλεσε γενικός γραμματέας του υπουργείου Εφοδιασμού (Ιούνιος-Αύγουστος 1945) επί υπουργίας Κ. Βαρβαρέσσου.
Μέλος Δ.Σ. των Λαϊκών Υπνωτηρίων
Μέλος Δ.Σ. Φιλανθρωπικής Εταιρείας Αθηνών
Μέλος Δ.Σ. Πατριωτικού Ιδρύματος Κοινωνικής Πρόνοιας
Κουτσομητόπουλος, Κωνσταντίνος Θεμ.
Κουτσομητοπούλου, Π. & Γ, οικογένεια
Κουτσομανιώτη - Ξανθούλη, Ελένη
Εγγονή του Αλέξανδρου Πάντου και κόρη του Άγγελου Κουτσαγγέλου γιατρού, γερουσιαστή και εφόρου του Ανώτατου Παρθεναγωγείου Βόλου, η Μίνα Μαρούλη (Βόλος 1906 - Αθήνα 1984) σπούδασε Νοµικά στο Πανεπιστήµιο της Αθήνας, αλλά δεν πήρε το πτυχίο της. Παντρεύτηκε στη διάρκεια της Κατοχής, τον Γιάννη Μαρούλη, τραπεζικό υπάλληλο. Το 1947 ο σύζυγός της απολύθηκε από την Αγροτική Τράπεζα και το 1948 εξορίστηκε στο Μούδρο και στη συνέχεια στη Μακρόνησο.
Κουτλουμουσιάνος, Βαρθολομαίος
Δημοσιογράφος, ποιητής και ιδρυτής της εφημερίδας "Σκριπ".
Ο Κωνσταντίνος Γ. Κουρτίδης γεννήθηκε το 1870 στην Ανδριανούπολη. Υπήρξε μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Θράκης.
Ήταν διακεκριμένος ιατρός που προσέφερε τις υπηρεσίες του ανιδιοτελώς σε διάφορες περιοχές όπως την Αίγυπτο, τη Βουλγαρία, τη Μακεδονία και την Καβάλα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή και διορίστηκε σχολάρχης Σουφλίου. Έχοντας άριστες σχέσεις με την Εκκλησία, κήρυττε τον θείο λόγο στην επαρχία Διδυμοτείχου, ενώ διατέλεσε έφορος των εκπαιδευτηρίων, δημογέροντας και πρόεδρος της Κεντρικής Εκκλησιαστικής Επιτροπής. Το 1913 ανέλαβε τη διοίκηση του Νομού Έβρου ως πρόεδρος των αυτονομημένων τμημάτων (Γκιουμουλτζίνα, Δεδέαγατς, Σουφλί). Από το 1920 έως το 1932 εξελέγη τρεις φορές βουλευτής ενώ μεταξύ των ετών 1932-1935 εξελέγη Γερουσιαστής. Σημαντικό είναι και το συγγραφικό του έργο. Ασχολήθηκε με τη λαογραφία και τη λογοτεχνία, ενώ ήταν από τους πρώτους που εισήγαγε το χρονογράφημα στις εφημερίδες. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ασχολήθηκε με τη συλλογή θρακιώτικου λαογραφικού υλικού, καθώς και με τη συγγραφή της ιστορίας της Θράκης. Πέθανε στις 23 Νοεμβρίου 1944, στην Αθήνα.
Κουρουσόπουλος, Θεμιστοκλής Β.
Ο Θεμιστοκλής Β. Κουρουσόπουλος ήταν αξιωματικός του Μηχανικού. Φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (1855) και μετεκπαιδεύτηκε στη Στρατιωτική Σχολή του Metz. Προβιβάστηκε σε ανθυπολαχαγό το 1866, αντισυνταγματάρχη το 1890 και υποστράτηγο το 1906 και τιμήθηκε με το Σταυρό των Ταξιαρχών του Τάγματος Σωτήρος. Το 1873 παντρεύτηκε την Σοφία (1851-1899), κόρη του συμβούλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και υπουργού Οικονομικών (1866,1868) Παναγιώτη Εμ. Γιαννοπούλου και της Ασπασίας, η οποία γεννήθηκε στην Πάτρα και φοίτησε στο Ελληνικό Εκπαιδευτήριο του Δ. Σουρμελή. Απέκτησαν μαζί τρία παιδιά: την Ευδοκία (1876- ; ), σύζυγο του Ευάγγελου Σοφιανού, τον Βασίλειο (1878-1929) και τον Παναγιώτη (1882- ;).
Ο Βασίλειος Κουρουσόπουλος, γιος του Θεμιστοκλή και της Σοφίας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1878. Τελείωσε το Βαρβάκειο Λύκειο Αθηνών το 1893 και κατόπιν παρακολούθησε τον πρώτο χρόνο της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Πολυτεχνείου. Τον Σεπτέμβριο του 1895 μπήκε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από όπου αποφοίτησε το 1899 και κατετάγη στο Πεζικό. Υπηρέτησε στη Χαρτογραφική Υπηρεσία και το 1908 στάλθηκε στο Στρατιωτικό Γεωγραφικό Ινστιτούτο στη Βιέννη για να επιβλέψει την εκτύπωση του επιτελικού χάρτη της Ελλάδας, όπου και παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 1910. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα διηύθυνε τις εργασίες αναθεώρησης των χαρτογραφικών φύλλων Φαρσάλων και Δομοκού. Έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους (μάχες Λαζαράδων, Σόροβιτς, Κόμανο, Θεσσαλονίκης και Γευγελή), όπου και τραυματίστηκε με διαμπερές τραύμα στο κεφάλι και στο στήθος. Το Μάρτιο του 1913 κατέλαβε τη Σάμο και υπηρέτησε ως στρατιωτικός διοικητής του νησιού και το Νοέμβριο διορίστηκε υπασπιστής του Ε. Βενιζέλου και καθηγητής Τοπογραφίας στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Το 1918 επικεφαλής του 8ου Συντάγματος Πεζικού έλαβε μέρος με τους Συμμάχους στις μάχες της Ενωτίας, Αυχένος Τζένα και Τσάρεβο Σέλο. Διοίκησε κατά διαστήματα την XIV Μεραρχία (1918-1920), τον Αύγουστο του 1920 την ΙΙ Μεραρχία στο Ουσάκ της Μικράς Ασίας και το 1921 μετατέθηκε ως διοικητής της ΧΙΙης Μεραρχίας. Έλαβε μέρος το 1922 στην Επανάσταση στη Χίο και διορίστηκε μέλος της Επαναστατικής Επιτροπής με αρχηγό τον Στ. Γονατά, ενώ το 1925 ετέθη σε αποστρατεία από τη δικτατορία του Θ. Παγκάλου. Ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία τον Σεπτέμβριο του 1926 και ανέλαβε τη διοίκηση του Β΄ Σώματος Στρατού στη Λάρισα.
Τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος Σωτήρος, τον Γαλλικό Πολεμικό Σταυρό και τη Λεγεώνα της Τιμής, τον Ελληνικό Πολεμικό Σταυρό (1918), τον Σταυρό Ταξιαρχών του Γεωργίου Α΄ (1921), τον Σταυρό Ταξιαρχών του Τάγματος Σωτήρος (1923), το Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας (1924).
Έγραψε μελέτες και άρθρα στρατιωτικού και χαρτογραφικού ενδιαφέροντος και μετέφρασε άρθρα από τα γερμανικά και γαλλικά.
Είχε παντρευτεί την Αγνή Ιωάννου Θεοφιλάτου (γεννημένη το 1870 στην Ιθάκη) με την οποία είχε αποκτήσει ένα γιο, τον Θεμιστοκλή που ακολούθησε σταδιοδρομία νομικού.
Ο αντιστράτηγος Βασίλειος Θ. Κουρουσόπουλος πέθανε από συγκοπή καρδιάς στις 17 Φεβρουαρίου 1929, στη Θεσσαλονίκη, και κηδεύθηκε στην Αθήνα.
[Για αναλυτικότερες πληροφορίες για τη στρατιωτική σταδιοδρομία του βλέπε φάκελο 5.1 του αρχείου].
Ο Βασίλειος Αθανασίου Κουρουσόπουλος (Τρίπολη 1803 – Κόρινθος 1882) υπηρέτησε την πατρίδα ως στρατιωτικός και πολιτικός σε διάφορες θέσεις από την αρχή του Αγώνα υπέρ της Ανεξαρτησίας. Χρημάτισε γραμματέας του Θ. Κολοκοτρώνη και αντιπρόσωπος της επαρχίας Κορίνθου. Από το 1828 και μέχρι το 1864, οπότε και υπέβαλε την παραίτησή του στο υπουργείο Δικαιοσύνης, υπηρέτησε ως δικαστικός (ειρηνοδίκης, πρόεδρος Πρωτοδικείου, εφέτης και αρεοπαγίτης). Υπήρξε μέλος της Φιλανθρωπικής και Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και διακρίθηκε με τον Αργυρό και Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος καθώς και με άλλα παράσημα. Είχε παντρευτεί την Κατίνα Γεωργίου Οικονομοπούλου με την οποία απέκτησε τον Τιμολέοντα και την Ανδρομάχη (σύζυγο Εμ. Βλαχάκη) και μετά το θάνατο της γυναίκας του παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την Ευδοκία Δημητρίου Τομαρά (1815-1885) με την απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Θεμιστοκλή (σύζυγο Σοφίας Γιαννοπούλου), τον Αριστείδη (σύζυγο Ιουλίας Σαμουρκάση), την Ουρανία (σύζυγο Α. Μεντσελόπουλου), την Ελένη (σύζυγο Λεοντίου Οικονόμου). [Βλέπε και ιδιόχειρη βιογραφία του φακ. 1.1, όπου συμπεριλαμβάνονται και βιογραφικά στοιχεία του γιου του Θεμιστοκλή].
Φιλόλογος και ιστορικός από το Στρέφι της Ηλείας. Δίδαξε σε γυμνάσιακαι συνεργάστηκε προπολεμικά με το Νικόλαο Μαυρή στην έκδοση του «Ιστορικού Αρχείου Κάσου». Μεταξύ 1944 και 1955 ήταν Επιμελητής Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης και δημοσίευσε σε περιοδικά σχετικές επιστημονικές εργασίες, ενώ αναμίχθηκε στην πολιτική ως μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του Εθνικού Ενωτικού Κόμματος του Π. Κανελλόπουλου (ως το 1951). Το 1955 έγινε Διευθυντής Γραμμάτων και Τεχνών στο Υπουργείο Παιδείας. Επιμελήθηκε τα ανθολόγια "Το Απομνημόνευμα" και "Λόγιοι της Τουρκοκρατίας" στη «Βασική Βιβλιοθήκη»(1953-1956), ασχολήθηκε με ζητήματα τεκμηρίωσης και βιβλιογραφίας και εκπροσώπησε την Ελλάδα σε ξένους οργανισμούς.
Dimitri Curmuli (Dimitrios Kourmoulis), a Greek merchant in Venice, c. 1772-1777, who later moved to Amsterdam, acted primarily as an agent for a large Greek firm in Smyrna. The Curmuli house was in fact a branch of a Greek multinational based on capital from Chios. The firm had branches in Venice (later in Trieste), Amsterdam, Smyrna and Constantinople and was managed by Ioannis Avgerinos, a Swedish diplomatic protégé. Curmuli was married to a Dutch merchant’s daughter, a very unusual circumstance at the time. Curmuli ran into serious trouble in Amsterdam when the main branch in Smyrna, managed by Ioannis Avgerinos, went bankrupt in 1783. He travelled to Smyrna to defend his claims against Avgerinos only to be murdered there, presumably by his former partner’s accomplices.