Κωνσταντίνος Μπέντας, Επιθεωρητής Στοιχειωδούς Εκπαίδευσης
- Νομικό Πρόσωπο
Κωνσταντίνος Μπέντας, Επιθεωρητής Στοιχειωδούς Εκπαίδευσης
Ο Κωνσταντίνος Β. Βάρκας ξεκίνησε την επιχειρηματική του δράση ως συνέταιρος του Ανδρέα Γαζή στο μικρό καπνοπωλείο που διατηρούσε ο δεύτερος στην Αθήνα. Το 1883 ο Γαζής αποχωρεί και την επιχείρηση ανέλαβε ο Βάρκας. Ο Βάρκας ήταν από τους πρώτους επιχειρηματίας που εξόπλισαν το κατάστημά τους με κοπτική μηχανή. Το 1885 προσέλαβε τον ανηψιό του Δημήτρη Κ. Λέρτα και το 1892 τον αδερφό του Δημήτρη, Ευστάθιο Κ. Λέρτα, οι οποίοι το 1895 έγιναν συνέταιροι στην επιχείρηση. Κυκλοφόρησαν τα πρώτα έτοιμα τσιγάρα στην Ελλάδα και το 1904 ίδρυσαν νέο εργοστάσιο δίπλα στο Δημόσιο Καπνοκοπτήριο. Το 1909 εισήγαγαν την πρώτη σιγαροποιητική μηχανή στην Ελλάδα. Ο αριθμός των μηχανών αυξήθηκε σταδιακά. Το 1923 κατείχαν 9 μηχανές και εξυπηρετούσαν και άλλους βιομηχάνους που ήταν εγκατεστημένοι στο Καπνοκοπτήριο. Σήμα των τσιγάρων ήταν η βάρκα . Ο Βάρκας πεθαίνει το 1919 και η επιχείρηση περνά στους αδελφούς Λέρτα, οι οποίοι κάποια στιγμή τη μετονομάζουν σε Ε. Κ. Λέρτα & Σία.
[Πηγές σύνταξης Μάνος Χαριτάτος, Πηνελόπη Γιακουμάκη, Η ιστορία του ελληνικού τσιγάρου, ΕΛΙΑ, Αθήνα 1997, υλικό του αρχείου]
Κωνσταντίνος Β΄, Βασιλιάς της Ελλάδας
Κωνσταντίνος Α΄, Βασιλιάς της Ελλάδος
Ο Γρηγόριος Κωνσταντάς (Μηλιές Πηλίου,1758 – Μηλιές Πηλίου, 1844) ήταν Έλληνας λόγιος, δάσκαλος και ιεροδιάκονος. Υπήρξε σημαντική προσωπικότητα στο προεπαναστατικό κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, συμμετείχε στην επανάσταση του 1821 και ίδρυσε τη Σχολή των Μηλεών Πηλίου. Διετέλεσε Έφορος της Παιδείας (1824-1828) και διορισμένος από τον Καποδίστρια στέλεχος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας (1828-1834).
Κωνστάντιος, Δημήτριος (Διευθυντής Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου)
Ο Δημήτριος Κωνστάντιος σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ έλαβε τον τίτλο του διδάκτορα από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Υπηρέτησε στην 8η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, ως επιμελητής κι αργότερα ως προϊστάμενος, στο Τμήμα Βυζαντινών Μουσείων της Διεύθυνσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Μνημείων και από το 1999 έως το 2010 υπήρξε Διευθυντής του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου.
Έλληνας πολιτικός την εποχή της Επανάστασης του 1821. Ιδρυτής του Γαλλικού Κόμματος και πρώτος Πρωθυπουργός της Ελλάδας. Μεταξύ 1828-1830 διατέλεσε Έκτακτος Επίτροπος Αν. Σποράδων.
Η Ρένα Κυριακού γεννήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 1917 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Υπήρξε παιδί-θαύμα, διεθνώς αναγνωρισμένη πιανίστα, συνθέτρια και παιδαγωγός. Πέθανε το 1994 στο Μοσχάτο.
Ο Στίλπων Κυριακίδης γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1887. Ήταν μοναχοπαίδι του γιατρού Παρασκευά Κυριακίδη και της δασκάλας Φωτεινής Ψάλτου. Ο πατέρας του πέθανε όταν ο Κυριακίδης ήταν 6 χρονών και την ανατροφή του την ανέλαβε η μητέρα του.
Τελείωσε το σχολείο στις Σέρρες και στη συνέχεια δίδαξε ως δημοδιδάσκαλος στο Σουφλί. Το 1907 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών όπου παρακολουθούσε διαλέξεις λαογραφίας του καθηγητή Νικολάου Πολίτη. Η επαγγελματική του σταδιοδρομία άρχισε μετά την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο Αθηνών το 1911. Αρχικά διορίστηκε καθηγητής της Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων ενώ για τα δύο επόμενα χρόνια (1912-1914) διετέλεσε γυμνασιάρχης στο Παγκύπριο Γυμνάσιο Λευκωσίας. Από το 1914 εργάστηκε ως συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας της Ακαδημίας Αθηνών ενώ το 1918 έγινε διευθυντής του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, το οποίο και διηύθυνε μέχρι το 1926, χρονιά που αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στην Θεσσαλονίκη αναλαμβάνοντας την έδρα της Θρησκείας των Αρχαίων Ελλήνων, του Ιδιωτικού αυτών Βίου και της Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ο Κυριακίδης συνέβαλε θετικά στην εύρυθμη λειτουργία του νεοϊδρυθέντος ιδρύματος. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης εκλέχθηκε τρεις φορές κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής και δύο φορές πρύτανης (1933-1934, 1942-1943). Το 1957 ο Κυριακίδης εκλέχθηκε Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Διετέλεσε ακόμη πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών από το 1942 έως και τον θάνατό του το 1964.
Θεωρείται ένας από τους πιο διακεκριμένους Έλληνες λαογράφους. Δημοσίευσε φιλολογικές, ιστορικές και λαογραφικές εργασίες, οι οποίες αποτυπώνουν τα επιστημονικά ενδιαφέροντά του. Μέχρι το 1951 εξέδιδε το περιοδικό Αρχείον Λαογραφίας. Ο Κυριακίδης αποτέλεσε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, μέλος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας και άλλων επιστημονικών εταιρειών και σωματείων.
Παντρεύτηκε την Ευτυχία Εμμανουήλ το 1919 και απέκτησαν τρεις κόρες.
Πηγές σύνταξης βιογραφικού:
Σουλούκος Χ. Σωτήρης, Το αρχείο του Στίλπωνος Π. Κυριακίδη στο Λαογραφικό Μουσείο και Αρχείο της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κατηγοριοποίηση και ταξινόμηση του υλικού, ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία, τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας Α.Π.Θ, επιβλέπουσα καθηγήτρια Χρυσούλα Χατζητάκη-Καψωμένου, Θεσσαλονίκη, 2007.
ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ WHO’S WHO, Aθήνα,1962
Ο στρατιώτης Ανδρέας Κυριακίδης (Κάϊρο 1912 -;) υπηρετούσε στη διάρκεια της Κατοχής στην ΙΙη ταξιαρχία του Βασιλικού Ελληνικού Σώματος Μέσης Ανατολής (Β.Ε.Σ.Μ.Α.). Δημοκρατικών πεποιθήσεων, κατηγορήθηκε επί στάσει επειδή έλαβε μέρος σε ταραχές ανάμεσα σε δημοκρατικούς και φιλομοναρχικούς στρατιωτικούς στις 6/7/1943. Δικάστηκε τον Οκτώβριο του 1943 από το έκτακτο στρατοδικείο της ταξιαρχίας και καταδικάστηκε σε πρόσκαιρη κάθειρξη 10 ετών.
Ο Βασίλειος Κυριαζόπουλος γεννήθηκε στον Πειραιά το 1903. Πέθανε το 1991. Ο πατέρας του διετέλεσε γενικός αρχίατρος του Πολεμικού Ναυτικού και ο παππούς του υπήρξε αγωνιστής του 1821.
Το 1923, κατά τη διάρκεια των σπουδών του, διορίστηκε τακτικός βοηθός του Εργαστηρίου Φυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1941 Υφηγητής της Μετεωρολογίας στο ίδιο πανεπιστήμιο. Από το 1942 μέχρι το 1968 διετέλεσε τακτικός καθηγητής της Μετεωρολογίας και της Κλιματολογίας στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Οι επιστημονικές του εργασίες μπορούν να διακριθούν σε τρεις ενότητες· στις κλιματολογικές, στις μετεωρολογικές και σε αυτές που σχετίζονται με την πειραματική μετεωρολογία. Το 1938 ίδρυσε τον ακτινομετεωρολογικό σταθμό του Σανατόριου Πάρνηθας.
Το 1949 συστήθηκε η Πολεοδομική Επιτροπή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με επικεφαλής τον Κυριαζόπουλο, ο οποίος την ίδια χρονιά κατέθεσε ένα νέο κτιριολογικό και πολεοδομικό πρόγραμμα για την πανεπιστημιούπολη. Το σχέδιό του αποτέλεσε έκτοτε τη βάση για τη δημιουργία του σημερινού συγκροτήματος. Διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Βασιλικού Εθνικού Ιδρύματος και το 1956 ανέλαβε τη δημιουργία των Φοιτητικών Εστιών Θεσσαλονίκης των οποίων υπήρξε και πρώτος πρόεδρος.
Ο Κυριαζόπουλος, παράλληλα με την επιστημονική του πορεία, ανέπτυξε σημαντική δράση και στο χώρο της πολιτισμικής κληρονομιάς. Δημιούργησε μια πλούσια συλλογή νεοελληνικών κεραμικών η οποία φιλοξενείται από το 1975 στο τζαμί Τζισδαράκη του Ελληνικού Μουσείου Λαϊκής Τέχνης έπειτα από δωρεά του ίδιου. Το 1958 ο Κυριαζόπουλος ίδρυσε το Λαογραφικό Μουσείο της Μυκόνου στο οποίο, εκτός των άλλων, παρουσιάζεται η πληρέστερη συλλογή ευρωπαϊκών επιτραπέζιων κεραμικών με θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος. Δημοσίευσε ακόμη σειρά λαογραφικών μελετών για το νησί της Μυκόνου.
Ασχολήθηκε επίσης με την ιστορία του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έπειτα από ανάθεση του Πανεπιστημίου έγραψε το βιβλίο Τα πενήντα χρόνια του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1976.
Πηγές σύνταξης βιογραφικού:
Βιογραφικό σημείωμα στο Φιλολογική Φωνή, παράρτημα λόγου, τέχνης, ιστορίας της εφημερίδος Φωνή της Αχαΐας, τχ. 3 (Αύγουστος 1977), σ. 19.
Αθηνά Βιτοπούλου, Αλεξάνδρα Καραδήμου-Γερόλυμπου, «Ο σχεδιασμός της Πανεπιστημιούπολης της Θεσσαλονίκης. Η σημασία ενός μακρόπνοου σχεδιασμού», Θεσσαλονίκη, τομ. 6 (2002), σσ. 288-289. Υλικό του αρχείου.
Ο δημοσιογράφος Νίκος Κυριαζίδης (Αθήνα 1920-2002) σπούδασε στη Φυσικομαθηματική Σχολή Αθηνών. Άρχισε να δημοσιογραφεί το 1940 στο United Press και στη συνέχεια στον Τύπο της Εθνικής Αντίστασης (1941-1944), στο Ριζοσπάστη (1945-1947), στη Daily Worker και στο Δημοκράτη Κύπρου (1947-1951), στη Μεσημβρινή (1961-1967) και στην Ακρόπολη (1967-1974). Ιδιοκτήτης-εκδότης-διευθυντής του πρώτου ειδησεογραφικού περιοδικού Επτά Ημέρες (1966), με χρηματοδότηση της συζύγου του Δόμνας Γρηγοριάδη-Κυριαζίδη. Διετέλεσε εκδότης-διευθυντής του περιοδικού Ταχυδρόμος (1974-1983) διευθυντής της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας (1983), διευθυντής του περιοδικού Χρόνος (1987-1988), σύμβουλος έκδοσης του Τύπου της Κυριακής (1988-1996) και του Ελεύθερου Τύπου (1995-1996) και σχολιαστής της ΕΤ1 το 1991-1992.
Ήταν μέλος της ΕΣΗΕΑ, της Αθηναϊκής Λέσχης ΠΣΔΕΑ, της Ενωμένης Εθνικής Αντίστασης και της Επιτροπής Απονομής Βραβείων Μπότση.
Εξέδωσε τα βιβλία: Η δημοτική στη δημοσιογραφία (1978), Το λεξιλόγιο του Μακρυγιάννη, 3 τόμοι (1983), Τα ελληνικά του Μακρυγιάννη με υπολογιστή, 7 τόμοι (1984-1992).
Τιμήθηκε με το βραβείο δημοσιογραφίας του Ιδρύματος Μπότση το 1992 και με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1994.
[Πηγή σύνταξης βιογραφικού Who is Who, 1998].
Ο νομομαθής και πολιτικός Δαμιανός Κυριαζής σπούδασε στα πανεπιστήμια Αθηνών και Ζυρίχης και το 1914 πήρε το δίπλωμα της Φιλοσοφικής Σχολής της Λειψίας. Όταν επανήλθε στην Ελλάδα, διορίστηκε ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και του ανετέθη η διεύθυνση του τμήματος βιομηχανίας. Διετέλεσε για μικρό χρονικό διάστημα υπουργός Οικονομίας στην κυβέρνηση Αλ. Παπαναστασίου (1932). Έγραψε στα γερμανικά μελέτη με τίτλο « Η εξέλιξις της χειροτεχνίας εις την σημερινήν Ελλάδα». Παντρεύτηκε την Αγγέλα, το γένος Συννεφιά (πρώην σύζυγο Κωνσταντίνου) με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Μαρία Σπέντζα.
Κυριαζής, Αθανάσιος (Συμβολαιογράφος Καλαμάτας)
Ο Αθανάσιος Κυριαζής γεννήθηκε το 1887 στο Αγρίνιο. Πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Κυριαζής από τον Προυσσό Ευρυτανίας και μητέρα του η Ευφροσύνη (το γένος Κυρίτση). Ο Αθανάσιος είχε δύο αδελφές τη Βασιλική και την Αγανίκη. Πολύ νωρίς έχασε τον πατέρα του (1893) και μεγάλωσε με μεγάλες στερήσεις. Παρακολούθησε τις εγκύκλιες σπουδές στο Αγρίνιο ως τη Β΄Γυμνασίου και συνέχισε στο Μεσολόγγι. Το 1903 εγγράφηκε στη Φιλοσοφική της Αθήνας, εργαζόμενος παράλληλα τη νύχτα, αλλά διέκοψε για λόγους υγείας. Το 1906 εγγράφηκε στη Νομική από όπου πήρε το πτυχίο και το διδακτορικό του. Την ίδια χρονιά διορίστηκε γραμματέας στο Ταμείο Μεγαλόπολης. Το 1912 επιστρατεύθηκε λόγω των Βαλκανικών πολέμων και το 1913 αποσπάσθηκε από το στρατό και ορίστηκε οικονομικός επίτροπος των νήσων του Αιγαίου (1913-1914). Ύστερα από κάποια χρόνια υπηρεσίας στην επαρχία, μετατέθηκε στο υπουργείο Οικονομικών και έφθασε ως τη θέση του Διευθυντή του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Μετατέθηκε στη Θεσσαλονίκη από τη δικτατορία του Μεταξά το 1938 ως Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Το 1917 παντρεύτηκε την Λουκία Χρόνη και απέκτησαν τέσσερις κόρες. Παράλληλα με τη λογοτεχνική δημιουργία εξέδωσε το περιοδικό Νέα Γράμματα (1924). Πέθανε το 1950.
Δημοσίευσε δώδεκα ποιητικές συλλογές: Εκατόμβη (1920), Στιγμές που ζω (1921), Η καρδιά με τα φίδια (1922), Επιτάφια ρόδα (1923), Στην παλιά στράτα του χωριού (1925), Τα ρουμελιώτικα (1928), Τα τραγούδια της νύχτας (1929), Ονόματα για τρεις σταυρούς (1929), Ζωή και μοίρα (1932), Αιγινίτικα ακρογιάλια (1936), Όνειρα και παραμύθια (1947), Κοχύλια και πετράδια (1949), Τα προπαροξύτονα (1950).
[Πηγή σύνταξης βιογραφικού: Χρυσούλα Σπυρέλη, Τα ποιήματα του Αθ. Γ. Κυριαζή (1887-1950), πρόλογος Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2007, σ. 21-63.]
Η εταιρεία Kyriazi Frères ιδρύθηκε το 1885 στην Αίγυπτο μετά από συνεταιρισμό των αδελφών Ιωάννη, Ευσταθίου και Επαμεινώνδα Κυριαζή.
Το 1897, έκτισαν στη συνοικία Τεουφίκ μεγάλο καπνεργοστάσιο, που απασχολούσε πάνω από 500 εργάτες με αντικείμενο την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων. Εξαιτίας της καλής ποιότητας των προϊόντων της η εταιρεία απέσπασε τιμητικές διακρίσεις σε διάφορες Εκθέσεις του εξωτερικύ. Οι προσπάθειες αδελφών Κυριαζή επικεντρώθηκαν στις εξαγωγές. Με ενδιάμεσο σταθμό την Καβάλα εξήγαν τσιγάρα στη Γερμανία, Αγγλία, Αυστρία, Ουγγαρία και Ελβετία.
Συνεχιστές της καπνοβιομηχανίας μετά τον θάνατο του Ιωάννη (1916) ήταν γιοί του Δαμιανός (αποσύρθηκε το 1932) και Κωνσταντίνος (1891-1962), Ίδρυσαν δύο καινούρια εργοστάσια στην Ευρώπη: στο Άμστερνταμ (1922) για την αγορά της Ολλανδίας και στο Αμβούργο (1925) για την αγορά της Γερμανίας και των λοιπών ευρωπαϊκών χωρών.
Στο υλικό του αρχείου εμφανίζονται τα παρακάτω μέλη της οικογένειας που φαίνεται ότι παίζουν σημαντικό ρόλο την περίοδο που καλύπτει το αρχείο (δεν κατέστη δυνατή η περαιτέρω διερεύνηση των οικογενειακών σχέσεων) :
[Πηγή σύνταξης βιογραφικού σημειώματος / Διοικητικής ιστορίας: http://www.laikilibrary.gr (επίσκεψη: 2 Ιουνίου 2006, όπου και περισσότερα στοιχεία για την οικογένεια) και το υλικό του αρχείου].
Κυπριανός, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
Ο Θ. Κυπραίος οργάνωσε τριάντα διαλέξεις στην Αθήνα, την επαρχία και το εξωτερικό, πάνω σε θέματα εθνικών διεκδικήσεων και πολιτισμού και συνέγραψε μελέτες με αντίστοιχα θέματα. Εξέδιδε την επιθεώρηση Εθνική Ιδέα (Αθήνα, 1916-1930), το λογοτεχνικό περιοδικό Μερόη (Παρίσι, 1917-1930) και την επιθεώρηση Αναγέννησις (Παρίσι 1932, Αθήνα 1933-1960;). Συνεργάστηκε ως τακτικός ανταποκριτής με την εφημερίδα Πατρίς το 1927, και αρθρογραφούσε σε άλλες εφημερίδες (Ελεύθερος Τύπος, Ελεύθερος Λόγος). Το 1907 εξέδωσε συλλογή πεζών ποιημάτων με τίτλο Ώραι και το 1908 συλλογή διηγημάτων με τίτλο Διηγήματα. Κοινωνικά-εικόνες-πόθοι. Έλαβε μέρος στους βαλκανικούς πολέμους. Εργάστηκε ως υπάλληλος στο Υπουργείο Παιδείας για είκοσι χρόνια.
Κυνηγετικός Σύνδεσμος Νιγρίτας Σερρών
Κυλινδρόμυλος Καλαμών "Φεραδούρος-Αποστολάκης και Σία"
Κυλινδρόμυλοι Μεσσηνίας "Ευαγγελίστρια Α.Ε."
Κυλινδρόμυλοι Αδελφών Πετράκογλου
Κτηνιατρικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης
Κτηνιατρικό Εργαστήριο Λάρισας
Κτηματολογικό Γραφείο Κιλκίς [Αβρέτ Χισάρ] (Οθωμ.)
Κτηματολογικό Γραφείο Κατερίνης (Οθωμ.)
Κτηματολογικό Γραφείο Κασσάνδρας Χαλκιδικής (Οθωμ.)
Κτηματολογικό Γραφείο Καρατζόβας (Οθωμ.)
Κτηματολογικό Γραφείο Βοδενών (Οθωμ.)
Κτηματολογικό Γραφείο Βέροιας (Οθωμ.)
Κτηματολογικό Γραφείο Αιτωλικού
Κτηματολογικό Γραφείο Κατερίνης (Οθωμ.)
Κτηματολογικό Γραφείο Κασσάνδρας Χαλκιδικής (Οθωμ.)
Κτηματολογική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης (Οθωμ.)
Κτηματικός Σύλλογος " Η Ασπίς"
Κτηματική Υπηρεσία του Δημοσίου
Κτηματική Υπηρεσία Νομού Κιλκίς
Κτηματική Υπηρεσία Νομού Κέρκυρας
O δημοσιογράφος Ευστράτιος (Στρατής ή Στράτος) Κτεναβέας γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1883. Το 1908 επιμελήθηκε συλλογικό τόμο με κείμενα για τη Μεσσηνία με τίτλο Μεσσηνιακή Επετηρίς. Το 1910 ανέλαβε διευθυντής της καθημερινής πολιτικής εφημερίδας Νέος Ταχυδρόμος, που τυπωνόταν στην Καλαμάτα και κυκλοφορούσε μέχρι το 1913. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) υπηρέτησε στο 8ο Σύνταγμα της 4ης Μεραρχίας και κάλυψε δημοσιογραφικά τις επιχειρήσεις. Το 1914, ένα χρόνο μετά το τέλος του πολέμου κυκλοφόρησαν δύο βιβλία του από τις εκδόσεις Φέξη: Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος - Μακεδονική εκστρατεία και Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος - Ηπειρωτική εκστρατεία, στα οποία κατέγραφε τις τις εμπειρίες του από το μέτωπο. Τον Δεκέμβριο του 1914 ιδρύθηκε η «Ένωσις Συντακτών» (μετονομάστηκε σε ΕΣΗΕΑ το 1947), της οποίας ο Στρατής Κτεναβέας υπήρξε δραστήριο μέλος. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και εργάστηκε στην εφημερίδα Χρονικά. Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας ακολούθησε το Ελληνικό στράτευμα και κάλυψε τις επιχειρήσεις ως πολεμικός ανταποκριτής. Τον Αύγουστο του 1921 έφτασε ως τον Σαγγάριο, όπου τραυματίστηκε βαριά από βόμβα τουρκικού αεροπλάνου (15.8.1921). Εξακολούθησε να δημοσιογραφεί και μετά την Κατοχή εργάστηκε στη Βραδυνή και στη μεσσηνιακή εφημερίδα Θάρρος. Το 1947 εξέδωσε βιβλίο με τίτλο: Αι Ελληνικαί Κυβερνήσεις, αι Εθνικαί Συνελεύσεις και τα Δημοψηφίσματα από το 1821 μέχρι σήμερον.
[Πηγή: Γιώργος Γιαννίκος, «Στρατής Κτεναβέας: Ο Καλαματιανός δημοσιογράφος των Βαλκανικών Πολέμων και της Μικρασιατικής Εκστρατείας», καθώς και πληροφορίες από το αρχείο. Το βιογραφικό του Γ. Γιαννίκου αναφέρει ότι ο Ε. Κτεναβέας γεννήθηκε το 1892, από το απολυτήριό του όμως προκύπτει πως ήταν 17 ετών το 1900, συνεπώς γεννήθηκε το 1883. https://eleftheriaonline.gr/local/politismos/history/item/258222-stratis-ktenaveas-o-kalamatianos-dimosiografos-ton-valkanikon-polemon-kai-tis-mikrasiatikis-ekstrateias ]
ΚΣΤ' Γενική Επιθεώρηση Μέσης Εκπαίδευσης Πειραιά
Κρυστάλλης, Κώστας (1868 - 1894)
Ο Κώστας Κρυστάλλης (Συρράκο 1868 - ’Αρτα 1894) ήταν Ποιητής και πεζογράφος της Νέας Αθηναϊκής σχολής.
O Γεώργιος Γάγαρης (Γεροπλάτανος Ιωαννίνων 1869 - Αθήνα 1954) Δημοσιογράφος, Εκδότης της «Φωνής της Ηπείρου (15/09/1892-1918) και Βουλευτής Ιωαννίνων.
Ο Αναστάσιος Κροκίδας (Πειραιάς, 1847-Μανσούρα, 1883). Το 1856 άρχισε σπουδές στη Νομική Σχολή. Την ίδια χρονιά φαίνεται ότι έφυγε στην Αίγυπτο όπου εισήλθε στο προξενικό σώμα ως προξενικός πράκτορας. Από το 1881 ήταν υποπρόξενος στη Μανσούρα, όπου και δολοφονήθηκε για προσωπικούς λόγους από τον Ευάγγελο Νάτσιο, τον Νοέμβριο του 1883. Ήταν παντρεμένος με την Ελένη το γένος Λεωνίδα Κόντογλου με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον Γεώργιο.
Ο Επαµεινώνδας Αντ. Κριεζής ήταν Έλληνας στρατιωτικός, βουλευτής και υπουργός του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Γεννήθηκε στην Ύδρα το 1834. Ο πατέρας του –Αντώνιος Δ. Κριεζής– τον ώθησε στην ναυτική σταδιοδροµία και αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων, µε τον βαθµό του δοκίµου, λίγες µέρες µετά την έξωση του Όθωνα. Από το 1874 άρχισε να αναµιγνύεται στην πολιτική βάζοντας υποψηφιότητα ως βουλευτής στην Ύδρα. Εκλέχτηκε το 1874, και αργότερα πολλές ακόµα φορές. Έγινε Υπουργός των Ναυτικών κατά την πρωθυπουργία του Σωτηρίου Σωτηρόπουλου τον Μάιο του 1893 (Κυβέρνηση Σωτηρίου Σωτηρόπουλου 1893). Απεβίωσε στην Αθήνα το 1894.
Ο Αντώνιος Επαµ. Κριεζής γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1872 στην Ύδρα. Μαθήτευσε στη Βρέστη, στη Γαλλική Ναυτική Πολεµική Σχολή και διετέλεσε αξιωµατικός του πολεµικού ναυτικού όπου έφτασε ως το βαθµό του υποναυάρχου. Ο Αντώνιος Ε. Κριεζής αναγνωρίστηκε ως τακτικός εταίρος από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος το 1923. Συγκρότησε τα κατάλοιπα της οικογένειας Κριεζή που έχουν διασωθεί και παράλληλα συνέλεξε υλικό για την ιστορία του ελληνικού πολεµικού ναυτικού.
Ο Αντώνιος Δηµ. Κριεζής συµµετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα και το 1828 ο Καποδίστριας τον διόρισε µοίραρχο του Ελληνικού Στόλου. Επί Όθωνος προβιβάστηκε σε αντιναύαρχο (ο πρώτος του ελληνικού ναυτικού µε αυτό τον βαθµό) και ονοµάστηκε αυλάρχης. Το 1836 έγινε υπουργός των Ναυτικών στην Κυβέρνηση Άρµανσπεργκ. Χρηµάτισε επίσης υπουργός Ναυτικών στην βραχύβια Κυβέρνηση Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου το 1841. Στις 12 Δεκεµβρίου 1849 διαδέχτηκε τον Κανάρη στην πρωθυπουργία ως τις 16 Μαΐου 1854, σχηµατίζοντας την Κυβέρνηση Κριεζή το 1849. Πέθανε στην Αθήνα το 1865. Ήταν παντρεµένος µε την Κυριακούλα Βούλγαρη, κόρη του Γεωργίου Βούλγαρη.
Η υδραίικη οικογένεια Κριεζή –µε καταγωγή από το χωριό Κριεζά της Ευβοίας– δραστηριοποιήθηκε έως την ελληνική επανάσταση στο χώρο της ναυτιλίας. Ο δωρητής του αρχείου, Αλέξανδρος Ξύδης, υπήρξε προγονός του Αντωνίου Επαµεινώνδα Κριεζή (1872-1943), δηµιουργού της οικογενειακής συλλογής.
Το αρχείο της οικογένειας περιλαµβάνει εκτός από το προσωπικό του αρχείο του Αντωνίου Επαμεινώνδα Κριεζή, τεκµήρια από τη δράση και τη ζωή του παππού του, Αντώνιου Δ. Κριεζή και του πατέρα του, Επαµεινώνδα Αντώνιου Κριεζή. Η Οικογένεια Κριεζή συµµετείχε στον αγώνα της ανεξαρτησίας και µέλη της ανέλαβαν βουλευτικά και κυβερνητικά αξιώµατα στο νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο.
Ο Αντώνιος Δηµ. Κριεζής (1796-1865) συµµετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα και το 1828 ο Καποδίστριας τον διόρισε µοίραρχο του Ελληνικού Στόλου. Επί Όθωνος προβιβάστηκε σε αντιναύαρχο (ο πρώτος του ελληνικού ναυτικού µε αυτό τον βαθµό) και ονοµάστηκε αυλάρχης. Το 1836 έγινε υπουργός των Ναυτικών στην Κυβέρνηση Άρµανσπεργκ. Χρηµάτισε επίσης υπουργός Ναυτικών στην βραχύβια Κυβέρνηση Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου το 1841. Στις 12 Δεκεµβρίου 1849 διαδέχτηκε τον Κανάρη στην πρωθυπουργία ως τις 16 Μαΐου 1854, σχηµατίζοντας την Κυβέρνηση Κριεζή το 1849. Πέθανε στην Αθήνα το 1865. Ήταν παντρεµένος µε την Κυριακούλα Βούλγαρη, κόρη του Γεωργίου Βούλγαρη.
Ο Επαµεινώνδας Αντ. Κριεζής (1834-1894) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, βουλευτής και υπουργός του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Γεννήθηκε στην Ύδρα το 1834. Ο πατέρας του –Αντώνιος Δ. Κριεζής– τον ώθησε στην ναυτική σταδιοδροµία και αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων, µε τον βαθµό του δοκίµου, λίγες µέρες µετά την έξωση του Όθωνα. Από το 1874 άρχισε να αναµιγνύεται στην πολιτική βάζοντας υποψηφιότητα ως βουλευτής στην Ύδρα. Εκλέχτηκε το 1874, και αργότερα πολλές ακόµα φορές. Έγινε Υπουργός των Ναυτικών κατά την πρωθυπουργία του Σωτηρίου Σωτηρόπουλου τον Μάιο του 1893 (Κυβέρνηση Σωτηρίου Σωτηρόπουλου 1893). Απεβίωσε στην Αθήνα το 1894.
Ο Αντώνιος Επαµ. Κριεζής (1872-1943) γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1872 στην Ύδρα. Μαθήτευσε στη Βρέστη, στη Γαλλική Ναυτική Πολεµική Σχολή και διετέλεσε αξιωµατικός του πολεµικού ναυτικού όπου έφτασε ως το βαθµό του υποναυάρχου. Ο Αντώνιος Ε. Κριεζής αναγνωρίστηκε ως τακτικός εταίρος από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος το 1923. Συγκρότησε τα κατάλοιπα της οικογένειας Κριεζή που έχουν διασωθεί και παράλληλα συνέλεξε υλικό για την ιστορία του ελληνικού πολεµικού ναυτικού.
Ο Εμμ. Κριαράς γεννήθηκε στις 28 Νοεμβρίου 1906 στον Πειραιά και μεγάλωσε στη Μήλο και στα Χανιά, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Από το 1924 έως το 1929 φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών, ως το 1950. Εντωμεταξύ, το 1938, πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τη διατριβή του Μελετήματα περί τας πηγάς του Ερωτοκρίτου.
Το 1950 εκλέχθηκε τακτικός καθηγητής της Μεσαιωνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, από όπου η χούντα τον απέλυσε το 1968 για τα δημοκρατικά του φρονήματα. Την επόμενη χρονιά εκδόθηκε ο πρώτος τόμος του μνημειώδους έργου του Λεξικό της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας (1100-1669), από το οποίο έχουν εκδοθεί έως τώρα 20 τόμοι.
Συνέγραψε δεκάδες βιβλία (ανάμεσά τους μονογραφίες για τον Ψυχάρη, τον Σολωμό, τον Παλαμά, εκδόσεις παλαιότερων κειμένων της νεοελληνικής λογοτεχνίας κτλ.) και εκατοντάδες άρθρα. Μαχητικός δημοτικιστής, υπήρξε ο κυριότερος συνεχιστής του Μανόλη Τριανταφυλλίδη στον τομέα αυτό. Διετέλεσε μέλος επιτροπών που συστήθηκαν από το ελληνικό κράτος για να εισηγηθούν σχετικά με την εφαρμογή των αποφάσεων για την αναγνώριση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας του ελληνικού κράτους (1976, κυβέρνηση Κ. Καραμανλή), για την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος και για τη μεταγλώττιση του Συντάγματος και των δικαστικών Κωδίκων (1982, κυβέρνηση Α. Παπανδρέου). Το 1995 εξέδωσε το Λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών). Για το έργο του και για τη γενικότερη προσφορά του έλαβε δεκάδες τιμητικές διακρίσεις, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (μεταξύ άλλων, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ξένος εταίρος της Ακαδημίας Arcadia της Ρώμης και της Ακαδημίας του Παλέρμο), παράσημα και άλλα βραβεία.
Εκτενή βιογραφία του Εμμ. Κριαρά έχει συγγράψει ο Π. Ζιώγας (Εμμανουήλ Κριαράς: Βιογραφικά-Εργογραφικά, Θεσσαλονίκη, 2001, Εμμανουήλ Κριαράς, Θεσσαλονίκη, 2008, με συμπλήρωμα: Εμμανουήλ Κριαράς: 2008 συμπλήρωμα, Θεσσαλονίκη, 2016), ενώ αυτονόητο ενδιαφέρον έχει και η αυτοβιογραφία του (Μακράς ζωής αγωνίσματα, Αθήνα, 2009). Για την εργογραφία του βλ. επίσης Α. Λαμπράκη-Παγανού, Εργογραφία Εμμανουήλ Κριαρά, Ηράκλειο, 2001, Π. Δ. Μαστροδημήτρης, Το συγγραφικό έργο του Εμμανουήλ Κριαρά: Εβδομήντα χρόνια, Αθήνα, 2000. Το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας έχει αναπτύξει τον ιστότοπο “Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά”, όπου αναπαράγονται ψηφιακά τα περισσότερα έργα του.