Εμφανίζει 195 αποτελέσματα

Καθιερωμένη εγγραφή
Οικογένεια

Emerson, Alfred

  • Οικογένεια
  • 1859-1943

Ο Alfred Emerson (1859-1943) έκανε κλασικές σπουδές και δίδαξε στα Johns Hopkins, Princeton, The Art Institute of Chicago και Cornell. Ήταν Καθηγητής Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα από το 1897 έως το 1898. Παντρεύτηκε τη Alice Edwards Emerson το 1887.
Μια μεγάλη συλλογή από έγγραφα των τριών γενεών της οικογένειας Emerson βρίσκεται στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης. Πλήρης περιγραφή των εξήντα τριών κουτιών υλικού μπορείτε να βρείτε στη διεύθυνση archive.nypl.org/mss/923.nypl.org/mss/923.

Αθηνογένη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Γεώργιος και Μαρία Αθηνογένη
Ιωάννης Γ. Αθηνογένης
Στέφανος Γ. Αθηνογένης
Γεώργιος Ι. Αθηνογένης

Αλαμάνου, οικογένεια

  • Οικογένεια

1) Ο Περικλής Αντωνίου Αλαμάνος ήταν επί πολλά χρόνια δήμαρχος Μεσοχωριτών και βουλευτής Κερκύρας (επαρχίας Μέσης). Πολιτικός φίλος του Θεοτόκη εκλέχθηκε στη Βουλή το 1902. Είχε παντρευτεί την Ελένη Μιζότερα, κόρη του Σπυρίδωνος Νικολάου Μιζότερα με κτηματική περιουσία στην περιοχή Συναράδες, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά τον Αντώνιο που παντρεύτηκε την Ερμηνία Ν. Φερεντίνου το 1907, τον Σπυρίδωνα, που γεννήθηκε το 1869 και ήταν συμβολαιογράφος Κέρκυρας (υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στην Αστυνομία Ιθάκης το 1897 και στο Σταθμό Διαμετακομίσεως Αγρινίου το 1912) και τον Κωνσταντίνο. Ο Περικλής Αλαμάνος πέθανε από συγκοπή καρδιάς στις 9 Ιουλίου 1903, μόλις είχε αποβιβαστεί από το ατμόπλοιο που τον μετέφερε μαζί με άλλους βουλευτές από τον Πειραιά στην Κέρκυρα.
2) Ο Κωνσταντίνος Αλαμάνος, γιος του Πέτρου, ήταν δικηγόρος και βουλευτής Κέρκυρας (1902,1904). Είχε εκλεγεί το 1902 στη θέση του Σ.Χυτήρη και το 1903 στη θέση του αποβιώσαντος πατέρα του. Σύμφωνα με τα τεκμήρια του αρχείου ήταν γραμματέας της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας (1898), ιδρυτής του Δραματικού Συλλόγου (1898), μέλος του Ωδικού Συλλόγου, μέλος της Ελληνικής Γεωργικής Εταιρίας (1902), σύμβουλος διοικήσεως του Φιλαθλητικού Συλλόγου (1904) και δημοτικός σύμβουλος Κέρκυρας (1917). Λάμβανε μέρος σε μουσικές εκδηλώσεις και ήταν φίλος και θερμός υποστηρικτής της Ουρανίας Νικόδημου Ζαβιτσιάνου, το γένος Σδριν.

Αμπελά-Τερέντσιο, οικογένεια

  • Οικογένεια

Τα στοιχεία που αντλούνται από το αρχείο για τα πρόσωπα της οικογένειας του Τιμολέοντος Αμπελά είναι τα εξής: Ο παππούς από την πλευρά του πατέρα του, Χριστόδουλος Ζέζος, επονομάστηκε Αμπελάς, λόγω των αμπελοκαλλιεργειών του, και καταγόταν από την Κερπινή Καλαβρύτων. Είχε παντρευτεί την Ρόιδα Μέγαρη και απέκτησαν τέσσερα παιδιά (Δημήτριος, Τριαντάφυλλος, Κωνσταντίνος, Αγγελική). Ο Τριαντάφυλλος έγινε συνταγματάρχης πεζικού και απέκτησε τρεις γιους (Χρήστος, Κωνσταντίνος, Λεωνίδας) και δύο κόρες (Καλλιόπη, Παρασκευή). Ο Δημήτριος Αμπελάς, πατέρας του Τιμολέοντος, έλαβε μέρος στην ελληνική επανάσταση, διορίστηκε γραμματέας του υπουργείου Ναυτικών, γενικός διευθυντής των ελληνικών ταχυδρομείων, επιθεωρητής των τελωνείων και τέλος κεντρικός πράκτορας και ταμίας της εν Σύρω Ελληνικής Ατμοπλοΐας (1857-1875). Ο Δημήτριος Αμπελάς παντρεύτηκε την Αικατερίνη Περίδη από την Τήνο και απέκτησαν πέντε παιδιά (Μεγακλής, Τιμολέων, Αλέξανδρος, Αιμιλία, Βιργινία). Πέθανε στην Αθήνα το 1887. Η σύζυγός του, Αικατερίνη Αμπελά, πέθανε το 1899. Η Βιργινία παντρεύτηκε τον βέλγο Ιούλιο Πιερράρ, οργανωτή των ελληνικών ταχυδρομείων και πέθανε το 1908. Ο Αλέξανδρος πέθανε το 1917 και η Αιμιλία το 1875.
Ο Τιμολέων Αμπελάς γεννήθηκε στην Πάτρα στις 4.5.1849 και πέθανε στην Αθήνα στις 26.8.1926. Τις εγκύκλιες σπουδές του ξεκίνησε στην Αθήνα και ολοκλήρωσε στην Ερμούπολη. Σπούδασε στη νομική σχολή και διορίστηκε ως δικηγόρος στη Σύρο (1872), στη συνέχεια ως πρωτοδίκης στη Χαλκίδα (1877) και υπηρέτησε εκεί καθώς και στην Ζάκυνθο, την Αθήνα, την Λευκάδα, την Κέρκυρα και την Λάρισα (1895). Το 1901 έγινε πρόεδρος πρωτοδικών και το 1904 εφέτης στην Πάτρα. Λίγο πριν τη συνταξιοδότησή του, έπαιξε ενεργό ρόλο ως ανακριτής στη δίκη εναντίον του Α. Δελμούζου και άλλων για τα λεγόμενα «αθεϊκά» του Βόλου. Κατά τα έτη 1876-1877 είχε αναλάβει τη διεύθυνση της εφημερίδας Εθνοφύλαξ και κατά τα 1921-1922 εργάστηκε ως ανταποκριτης της εφημερίδας Ατ-λαντίς της Νέας Υόρκης.
Ο Τιμολέων Αμπελάς υπήρξε κυρίως δραματικός συγγραφέας που κινήθηκε στο πλαίσιο των πανεπιστημιακών και άλλων λογοτεχνικών διαγωνισμών. Ήδη ως μαθητής Γυμνασίου στην Ερμούπολη είχε συγγράψει τα Η άλωσις της Τροίας, Βασιλέας Νίσος (δράμα), Αβδηριάς (κωμωδία, υποβλήθηκε σε πανεπιστημιακό διαγωνισμό του 1869), Ιερός Λόχος (αναφέρεται ότι δημοσιεύθηκε στη Σύρο), Μάρτυρες του Αρκαδίου (αναφέρεται ότι αρχικά δημοσιεύθηκε σε επιφυλλίδα της εφ. Πατρίς και στη συνέχεια αυτοτελώς). Το 1870 υπέβαλε σε διαγωνισμούς τα δράματα: Έβρος ο Θραξ, Νέρων, Βιργινία η Ρωμαία (αναφ. ότι δημοσιεύθηκε στη Σύρο το 1871). Το 1871 (;) υπέβαλε τα: Πέτρος Γανδανόλης, Λέων Καλλέργης, Κρήτες και Βενετοί. Το 1876 βραβεύτηκε σε διαγωνισμό του φιλολογικού συλλόγου Παρνασσός το δράμα του Κλεοπάτρα το οποίο ξαναέγραψε και εξέδωσε μαζί με μελέτη του για τον βίο της το 1914. Το δράμα Αρτεμησία βραβεύτηκε στον α΄ ποιητικό διαγωνισμό της Εταιρίας των Φιλοτέχνων (1895) ενώ στον Λασσάνειο διαγωνισμό βραβεύτηκαν η κωμωδία του Φάιβ ο κλοκ (1903) και Σκλήραινα (1904). Ο πρίγκηψ του Μωρέως βραβεύτηκε σε διαγωνισμό του 1905 (είχε επαινεθεί σε προηγούμενο διαγωνισμό με τίτλο Λέων Χαμάρετος). Συνέγραψε πλήθος ακόμα δραμάτων και κωμωδιών, κάποια από τα οποία απέσπασαν επαίνους σε διαγωνισμούς. Οι ποιητικές του συλλογές Φθόγγοι, Κογχύλαι, Χρώματα, Στιχοδέσμη είχαν επίσης υποβληθεί σε διαγωνισμούς όπως και η τελευταία συλλογή του Στίχοι (1920). Ανάμεσα στις δημοσιεύσεις του σε περιοδικά και ημερολόγια (περιοδικά Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρθενών, Ιλισσός, ημερολόγια Περρή-Βάμπα, Ασωπίου, Κορομηλά, ημερολόγιον των Φιλοτέχνων) και σε εφημερίδες συγκαταλέγονται ιστορικά διηγήματα, άρθρα, χρονογραφήματα, κριτική θεάτρου κ.λπ. Είχε επίσης συντάξει μελέτες όπως Ιστορία της νήσου Σύρου, Ιστορία του ελληνοβουλγαρικού πολέμου, «Η γεωργία εν Ελλάδι», «Περί προαγωγής της εν Ελλάδι τεχνικής βιομηχανίας», «Περί εργασίας εν Ελλάδι» κ.ά.
Ήταν ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Παρνασσός, της Εταιρείας Φιλοτέχνων, της Εταιρείας Θεατρικών συγγραφέων, της εν Πάτραις Σχολής των απόρων παίδων, της εν Πάτραις φιλοδραματικής εταιρείας και μέλος άλλων συλλόγων. Παρασημοφορήθηκε με τον αργυρό σταυρό του τάγματος του Σωρήρος (1895), τον χρυσό σταυρό των ιπποτών του βασιλικού τάγματος του Σωτήρος (1906) και το 1922 προήχθη σε ταξιάρχη του τάγματος του Γεωργίου Α΄.
Παντρεύτηκε (26.4.1886) την Ασπασία Δ. Αθανασίου, χήρα Χ. Φαρλόπουλου, και απέκτησαν πέντε παιδιά (Δημήτριος, Φαίδων, Λέων, Ιουλία, Έλλη). Ο Δημήτριος Αμπελάς (1887-1973) σπούδασε στη νομική σχολή (αποφ. 1909), κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας του φοίτησε στη σχολή εφέδρων αξιωματικών (1909-1910) και πολέμησε στους βαλκανικούς πολέμους. Δικηγόρησε ως το 1914 οπότε έγινε μόνιμος στρατιωτικός και πολέμησε σε όλη τη διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας φτάνοντας ως το βαθμό του συνταγματάρχη πυροβολικού. Μετά την αποστρά-τευσή του διορίστηκε και πάλι δικηγόρος Αθηνών και συνταξιοδοτήθηκε το 1956. Έγραψε τα έργα Η κάθοδος των νέων μυρίων, Το ονειρώδες κόμμα, Η δημιουργία. Υπήρξε πρόεδρος της επιστημονικής εταιρείας μεταφυσικών ερευνών. Ο Λέων Αμπελάς δικηγόρος, πέθανε το 1950, ο Φαίδων (1897-1956) ήταν τμηματάρχης της Εθνικής Τράπεζας, η Έλλη πέθανε σε παιδική ηλικία (1895).

Η Ιουλία Αμπελά-Τερέντσιο γεννήθηκε στην Αθήνα το 1895. Από το 1911 ασχολήθηκε με το θέατρο και την απαγγελία. Από το 1929 ως το 1936 δίδαξε απαγγελία στο Ελληνικόν Ωδείον και παρουσίασε πολλά ρεσιτάλ απαγγελίας ελληνικής ποίησης με τις μαθήτριές της. Πρωτοστάτησε στις διοργανώσεις του εορτασμού των εκατό χρόνων νεοελληνικής ποίησης (1931) και εξέδωσε σχετική ανθολογία (1934), καθώς και στον εορτασμό των πενήντα χρόνων του Παλαμά (1936). Ίδρυσε τον φιλολογικό σύλλογο «Ασκραίος» (με πρόεδρο τον Κ. Παλαμά) στο πλαίσιο του οποίου λειτούργησε «σχολή ανωτέρας λογοτεχνικής μορφώσεως» με διδάσκοντες πολλούς σημαντικούς λογοτέχνες και διανοούμενους (Ι. Συκουτρής, Τ. Άγρας, Δ. Καπετανάκης, Ε. Λαμπρίδη κ.ά.). Το 1921, παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της, παντρεύτηκε τον Τόνι Τερέντσιο και απέκτησαν δύο κόρες, την Γιολάντα και την Άλμπα. Το 1950 έφυγε στο Παρίσι με την κόρη της Γιολάντα, που σπούδασε εκεί. Η Ιουλία πέθανε το 1984 στη Γλυφάδα. Ο σύζυγός της, Τόνι Τερέντσιο, ήταν γιος του Αντόνιο Τερέντσιο και της μαρκησίας Νoemie Desssales d’ Epinoix και εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Η Νoemie σε πρώτο γάμο είχε παντρευτεί τον Κάρολο Κράους, με τον οποίο απέκτησε έναν γιο, τον Ροδόλφο Κράους. Ο δεύτερος σύζυγός της, Αντόνιο Τερέντσιο, πατέρας του Τόνι, διετέλεσε διευθυντής του αυστριακού Λόυντ Τριεστίνο και πρόξενος της Αυστρίας στον Πειραιά. Από τα τεκμήρια του αρχείου συνάγεται ότι υπηρέτησε επίσης ως διπλωμάτης της Αυστροουγγαρίας στην Τεχεράνη.
Η Άλμπα Τερέντσιο ασχολήθηκε με την ζωγραφική, παντρεύτηκε τον γιατρό Αλέκο Συννεφιά και απέκτησε έναν γιο, τον Αλαίν.
Αναλυτικά βιογραφικά της Γιολάντας Τερέντσιο υπάρχουν στην περιγραφή του αρχείου της.

[Πηγές: Γιολάντα Τερέντσιο, Κορυφαίοι Έλληνες στη σφαίρα της τέχνης, Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α., σσ. 250-303. Υλικό του αρχείου.]

Αντωνίου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο ποιητής Δημήτρης Αντωνίου γεννήθηκε το 1906 στη Μπέιρα της Μοζαμβίκης και καταγόταν από κασιώτικη ναυτιλιακή οικογένεια. Ήταν γιος του Ιωάννη Αντωνίου και της Μαρίκας Πνευματικού και είχε τέσσερα αδέλφια τον Γιώργο, την Αγγελική, την Έλλη και την Άννα. Έζησε στη Μοζαμβίκη και στο Σουέζ ως το 1912, οπότε η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Φοίτησε στη Φιλοσοφική σχολή Αθηνών και παράλληλα μελέτησε ξένες γλώσσες, ορυκτολογία, βοτανική, εντομολογία, ζωολογία και μουσική. Εργάστηκε στην εμπορική ναυτιλία και έφθασε ως τον βαθμό του πλοιάρχου. Συνταξιοδοτήθηκε το 1968. Στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός στο τορπιλοβόλο Κίος. Ανήκε στον κύκλο των λογοτεχνών της γενιάς του τριάντα, εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές και πολλά έργα (ποίηση, δοκίμιο, μετάφραση) σε περιοδικά και εφημερίδες. Πέθανε το 1994.
Ποιητικές συλλογές του Δ. Ι. Αντωνίου:
Ποιήματα (1939)
Ινδίες (Β΄κρατικό βραβείο ποίησης 1967)
Χάι-κάι και Τάνκα (Α΄κρατικό βραβείο ποίησης 1972)

[Πηγή βιογραφικού: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών ΕΚΕΒΙ, www.ekebi.gr]

Αντωνοπούλου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Από τα τεκμήρια του αρχείου προκύπτει ότι ο Κων/νος Αντωνόπουλος ήταν αξιωματικός του πυροβολικού και έλαβε μέρος στον πόλεμο του 1897. Πέθανε από γρίπη το 1908. Είχε παντρευτεί την Ερασμία Λιανοσταφίδα και απέκτησαν δύο κόρες την Άννα και τη Μαργαρίτα. Η Άννα παντρεύτηκε το μουσουργό Σπύρο Σαμάρα και η Μαργαρίτα τον Ζαννή Χρυσοβελόνη.

[Πηγή βιογραφικού: Αρχείο οικογένειας Αντωνόπουλου]

Αργυροπούλου, οικογένεια

  • Οικογένεια
  • π. 18ος αιώνας - 20ος αιώνας;

Η οικογένεια Αργυρόπουλου είναι παλιά φαναριώτικη οικογένεια, που έδρασε προεπαναστατικά στην Κωνσταντινούπολη και μετεπαναστατικά στην Αθήνα.

Βαλλιάνου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Κλάδος κεφαλλονίτικης οικογένειας που το 19ο αι. εγκαταστάθηκε στην Πόλη και ύστερα στη Σμύρνη. Από άλλο κλάδο της προέρχονται οι ομώνυμοι βαθύπλουτοι ευεργέτες της Εθνικής Βιβλιοθήκης

Βασιλειάδη, οικογένεια

  • Οικογένεια

1) Ο Γεράσιμος Βασ. Βασιλειάδης, γιος του στρατιωτικού Βασιλείου Π. Βασιλειάδη και της Ιφιγένειας Ξαβερίου Λάνδερερ (†1926), γεννήθηκε στην Αθήνα το 1888. Σπούδασε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου. Υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό από το 1903 μέχρι το 1928. Έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους ως υποπλοίαρχος στο θωρηκτό «Αβέρωφ» και το 1916 προσχώρησε στην Εθνική Άμυνα. Παραιτήθηκε το 1920 και επανήλθε το 1922 ως κυβερνήτης του θωρηκτού «Λήμνος». Στη συνέχεια υπηρέτησε ως υπασπιστής του Προέδρου της Δημοκρατίας ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη (1923-1925) και ως ναυτικός ακόλουθος της ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο (Οκτώβριος 1925-Ιούνιος 1927). Το 1928 αποστρατεύθηκε με το βαθμό του πλοιάρχου και πολιτεύθηκε, όπως ο πατέρας του στην περιφέρεια Λοκρίδας. Έλαβε μέρος στις εκλογές του 1928 και εξελέγη με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Επανεξελέγη βουλευτής του ίδιου κόμματος στην περιφέρεια Φθιώτιδας-Φωκίδας το 1932, 1936, 1946 και 1950. Διετέλεσε υπουργός Ναυτικών και Αεροπορίας στην κυβέρνηση Βενιζέλου (1932), υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας στην κυβέρνηση Καΐρου (1944), υπουργός Ναυτικών στις κυβερνήσεις Θ.Σοφούλη και Αλ.Διομήδη (1949-1950) και υπουργός Τύπου στην κυβέρνηση Σοφοκλή Βενιζέλου (1950). Μετείχε στο Συνέδριο του Λιβάνου (1944), στο Συμαχικό Συνέδριο Εμπορικής Ναυτιλίας στο Λονδίνο (1944) και στο Συνέδριο Πανευρώπης στη Χάγη το 1951. [Τα βιογραφικά στοιχεία αντλήθηκαν κυρίως από το Who is who, εκδ.1965].

Παντρεύτηκε την Ελένη Γ. Λεβίδη το 1917 και το 1918 απέκτησε ένα γιό, τον Γεώργιο, δικηγόρο και εκδότη της εφημερίδας Express.

2) Βασίλειος Π. Βασιλειάδης (1842-1909). Πατέρας του προηγούμενου. Αξιωματικός του Πεζικού, το 1868 βρισκόταν στο Παρίσι για μετεκπαίδευση και το 1871 υπηρετούσε στο πρώτο σύνταγμα των Ζουάβων. Το 1891 είχε το βαθμό του αντισυνταγματάρχη, ενώ στη συνέχεια πολιτεύθηκε στην εκλογική περιφέρεια της Λοκρίδας. Διετέλεσε βουλευτής τις περιόδους 1895-1898, 1899-1902 και 1906-1910. Τιμήθηκε με πολλά ελληνικά και ξένα παράσημα, μεταξύ των οποίων με τον Αργυρό και Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος, το Σταυρό των Ταξιαρχών και τη γαλλική Legion d` Honneur. Πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1909.

Βερβενιώτη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Νικόλαος Βερβενιώτης ήταν υδραίος έμπορος, ναυτικών κυρίως, ειδών. Φαίνεται επίσης ότι το 1885 ήταν ναυτιλιακός πράκτορας της Ελληνικής Ατμοπλοϊκής Εταιρείας. Ο αδελφός του, Γεώργιος, ήταν διαχειριστής της «εν Ύδρα Ειδικής Αποθήκης των Μονοπωλίων».

Βούρου, οικογένεια

  • Οικογένεια

H οικογένεια Βούρου ήταν μεγάλη και παλαιά οικογένεια της Χίου. Το όνομα εμφανίζεται ήδη από τον 17ο αιώνα στο νησί. Ο κλάδος του Κοζή Δεκόζη, του Ζαννή, προέρχεται από τον κλάδο των Μαλουκάτων μετέπειτα Δεκόζη.
Ο Κοζής γεννήθηκε στη Χίο τη δεκαετία του 1760 και πέθανε το 1822. Παντρεύτηκε τη Ζεννού Ροδοκανάκη η οποία πέθανε στην Αθήνα το 1849.
Απέκτησαν μαζί εννέα (9) παιδιά:
1) την Κοκκώνα (1786-1847) που παντρεύτηκε τον Εμ.Δρομοκαϊτη (άτεκνοι)
2) τον Ζαννή (1788-1851) που παντρεύτηκε την Πηνελόπη Τζίφου. Η κόρη τους Ζεννού παντρεύτηκε τον Αυγουστή Γαλάτη.
3) την Μαριετού (1791-;) που παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Μαυρογορδάτο και έζησαν στην Οδησσό. Παιδιά τους α) ο Στέφανος, β) η Χαρίκλεια, σύζυγος Δημ.Καπετανάκη και γ) η Μαρία (Μαρί) σύζυγος Λουκά Σκαραμαγκά (;-1881).
4) τον Σταμάτη (Χίος 1792-Αθήνα 1881) που παντρεύτηκε το 1827 την Αικατερίνη (Κατίνγκω) (1807- 1889) κόρη Δημητρίου και Φωτεινής Μαχαίρα από τη Σύρο.
5) τον Ιωάννη (1794-;) που παντρεύτηκε την Αργυρή Σκαναβή και έζησαν στην Κωνσταντινούπολη. Παιδιά τους: α) ο Κοζής και β) η Αμαλία, σύζυγος Ζαρίφη.
6) τον Λεονάρδο (1799- Μασσαλία 1863) που παντρεύτηκε την Λουκία Σεβαστοπούλου (1817-1883). Παιδιά τους: α) η Ιουλία (1836-;) σύζυγος Δημητρίου Σκαναβή β) η Χαρίκλεια (1837-;) γ) η Ευτέρπη (1839-;) σύζυγος το 1865 του Κ.Νικολαϊδη από τη Βράϊλα της Ρουμανίας δ)η Ζεννού (1841-1863) και ε) ο Κωνσταντίνος (1852-1918).
7) την Φράγκα (1802-;) που παντρεύτηκε τον Ζαννή Άμοιρο. Παιδιά τους: α) ο Περικλής, β) η Λουκία, σύζυγος Ιωάννη Καλογερά και γ) η Αμαλία.
8) την Βατού/Μπετίνα Υπατία (1806-1880) που παντρεύτηκε το 1841 τον Ανδρέα Σαράντη (;-1869) και απέκτησαν μία θυγατέρα που πέθανε νέα, το 1854.
9) την Μαρούκα (1808-1881) που παντρεύτηκε το 1839 τον Ματθαίο Φραγκούλη Μαυρογορδάτο (άτεκνοι).

Σταμάτιος Δεκόζης Βούρος (Χίος 1792-Αθήνα 1881) Δευτερότοκος γιος του Κοζή Βούρου και της Ζεννού (το γένος Ροδοκανάκη) γεννήθηκε στη Χίο, αργότερα μετέβη στην Κωνσταντινούπολη όπου και το 1827 παντρεύτηκε με την Αικατερίνη Δημ. Μαχαίρα (1807-1889). Η Αικατερίνη είχε και μία μικρότερη αδελφή, την Ελένη (Ελέγκω) (1817-1876) που παντρεύτηκε τον Ζαννή Στεφάνοβικ Σκυλίτζη (1806-1886) και ζούσε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Σταμάτης Κ.Βούρος ασχολήθηκε με εμπορικές και τραπεζικές δραστηριότητες συστήνοντας ένα οικογενειακό δίκτυο με τους αδελφούς του Ζαννή, Ιωάννη και Λεονάρδο καθώς και με τους γαμπρούς του και άλλους συγγενείς που αποτελούσαν μέλη του “χιώτικου δικτύου” την περίοδο 1830-1860 που άνθησε στο εμπόριο και την ναυτιλία.

Κωνσταντίνος Σταμ.Βούρος (Κων/πολη 1830-Αθήνα 1918)
Ο πρωτότοκος γιος του Σταμάτη και της Κατίνγκως, Κωνσταντίνος, γεννήθηκε στην Κω/πολη το 1830. Στη συνέχεια το ζευγάρι το 1832 ήρθε και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στη νέα πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, όπου αγόρασαν γή και έκτισαν την οικία τους στο κέντρο της πόλης στην οδό Παππαρηγοπούλου ( στη σημερινή πλατεία Κλαυθμώνος). Στην Αθήνα απέκτησαν τα υπόλοιπα δύο παιδιά τους, τον Δημήτριο (1843-1896) που παρέμεινε άγαμος και είχε κάποια νοητική καθυστέρηση και τη Ζηνοβία (1842-1861) που δεν παντρεύτηκε και πέθανε σε ηλικία 21 ετών.
Ο Κωνσταντίνος στην ουσία ο μοναδικός διάδοχος του Σταμάτη Κ. Βούρου, δεδομένου ότι ο αδελφός του Δημήτριος ήταν σε επιτροπεία, ασχολήθηκε με τις δραστηριότητες του πατέρα του και ανέλαβε το 1867 τη διεύθυνση των εμπορικών και τραπεζικών εργασιών.
Παντρεύτηκε το 1860 την Βασιλική (δεκαετία 1840;- 1922) θυγατέρα του κτηματία στην Πάτρα, Γεωργίου Στρούμπου. Ο πατέρας της Βασιλικής Γεώργιος (πέθανε το 1878) συνεργαζόταν εμπορικά με τον Βούρο και είχε άλλα τρία παιδιά: τον Πέτρο, τον Κώστα, την Ευφροσύνη (Φιφή) και την Καλλιόπη, σύζυγο Σπυρίδωνα Καραβία. Ο Κωνσταντίνος και η Βασιλική Βούρου απέκτησαν έξι παιδιά, δύο αγόρια και τέσσερα κορίτσια: τον Σταμάτη (Αθήνα 1861-1887), την Ζηνοβία (Ζένη ή Τζένη) (Αθήνα 1862-;) που παντρεύτηκε το 1901 σε ηλικία 41 ετών τον δικηγόρο και μετέπειτα διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, Ιωάννη Λ.Ευταξία (1845-1927) καταγόμενο από το Δαδί Φθιώτιδας. Η Ζηνοβία και ο Ιωάννης Ευταξίας απέκτησαν δύο γιους τον Κωνσταντίνο (1903-;) και τον Λάμπρο (1905-1996) που παρέμειναν και οι δύο άγαμοι. Απέκτησαν επίσης τον Γεώργιο (1869-1935) που υπηρέτησε στο διπλωματικό σώμα και διετέλεσε πρόξενος στην Αλεξάνδρεια, Ουάσινγκτον κ.ά., τον Αλέξανδρο (1871-1959), την Αικατερίνη (1873-;) που παρέμειναν και οι τρεις άγαμοι και τέλος την Μαρία (1876-1965;) που παντρεύτηκε το 1915 τον ναύαρχο Σοφοκλή Δούσμανη (Κέρκυρα 1868-Αθήνα 1952).

Αλέξανδρος Κωνστ. Βούρος (1871-1959)
Ο τρίτος γιος του Κωνσταντίνου και της Βασιλικής Βούρου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1871 και ήταν ο μακροβιότερος από τα άρρενα μέλη της οικογένειας. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και εισήλθε νεότατος στο υπουργείο Εξωτερικών όπου και σταδιοδρόμησε ως διπλωματικός υπάλληλος. Το 1899 έδωσε επιτυχώς εξετάσεις για θέση ακολούθου και στη συνέχεια υπηρέτησε στο Βερολίνο (1902), στο προξενείο Καϊρου (1903), στο υποπροξενείο Σμύρνης (1904-1906), στην πρεσβεία της Ουάσινγκτων το 1910 όπου επέστρεψε ως τμηματάρχης το 1913, και υπηρέτησε ως επιτετραμμένος το 1915 και σύμβουλος το 1920. Το διάστημα 1911-1912 ήταν γραμματέας στην πρεσβεία του Λονδίνου δίπλα στον πρέσβυ Ιωάννη Γεννάδιο, ο οποίος φαίνεται ότι τον εκτιμούσε ιδιαίτερα. Το 1920 επανήλθε στην Κεντρική Υπηρεσία του υπουργείου στην Αθήνα όπου υπηρέτησε στη Διεύθυνση Συμβατικών Υποθέσεων επί κυβερνήσεων Μιχαλακόπουλου και Βενιζέλου μέχρι το 1931 όταν και παραιτήθηκε. Στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων στην Ουάσινγκτον συνέδεσε το όνομά του με την προμήθεια της ελληνικής κυβέρνησης, από την Αμερική του προέδρου Ουίλσον, δύο καταδρομικών θωρηκτών των “Λήμνος/Idaho » και “Κιλκίς/Mississipi » που μαζί με το “Αβέρωφ” συνετέλεσαν στη ναυτική δύναμη της Ελλάδας. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες όσων τον γνώρισαν από κοντά ήταν ένας άνθρωπος συμπαθητικός, ολιγομίλητος, αξιοπρεπής, σεμνός, ευγενικός, ειλικρινής, αβρός και προσηνής, φίλος και ευπατρίδης.
Έζησε στην οικία Βούρου της οδού Παππαρηγοπούλου 5 με την αδελφή του Αικατερίνη.
Ως εκτελεστής της διαθήκης του πατέρα του, ασχολήθηκε με τη διαχείριση της ακίνητης περιουσίας και τα κληρονομικά της οικογένειας καθώς και με το αρχείο, τη βιβλιοθήκη και τα γενεαλογικά της οικογένειας Βούρου.
Πέθανε στην Αθήνα σε βαθύ γήρας (88 χρονών) στις 14 Μαΐου 1959 και κηδεύτηκε σύμφωνα με την επιθυμία του σε στενό οικογενειακό κύκλο.
[Οι πληροφορίες για τη σύνταξη του γενεαλογικού και των βιογραφικών της οικογένειας Βούρου αντλήθηκαν από το υλικό του αρχείου].

Γιαρμολίνσκη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Η οικογένεια Γιαρμολίνσκη βρισκόταν εγκατεστημένη στη Θεσσαλονίκη ήδη από τα τέλη του 19ου αι. Ο Μιέτσεσλας Κόρτσακ Γιαρμολίνσκη (Miezcyslas Korczak Jiarmolinski), αρχιμηχανικός του δήμου Θεσσαλονίκης στο επάγγελμα, παντρεύτηκε την Ελένη Ρουμπέν (Helene Roubin), γεννημένη στη Σμύρνη με γαλλική καταγωγή, και απέκτησε μαζί της τέσσερα παιδιά. Τη Βάντα Γιάντβιγκα (Wanda Jadwiga) το 1896, το Λαδίσλαο (Ladislas) το 1897, το Ρολάνδο Αιμέ (Roland Aime) το 1903 και το Ραούλ Μαρκ (Raoul Mark) το 1905.
Ο Μιέτσεσλας Γιαρμολίνσκη συνδέθηκε με το ελληνικό στοιχείο της πόλης και είχε πολλούς Έλληνες φίλους, ανάμεσά τους και το δικηγόρο Μάρκο Θεοδωρίδη. Ο Γιαρμολίνσκη πέθανε το 1907 και ο Μάρκος Θεοδωρίδης πρότεινε στη χήρα του να τον παντρευτεί και να μεγαλώσει τα παιδιά της. Η Ελένη Ρουμπέν αρνήθηκε αρχικά, ανέθρεψε μόνη της τα παιδιά, τα έστειλε για σπουδές στη Γαλλία και τελικά ύστερα από 14 χρόνια αποδέχτηκε την πρόταση του Θεοδωρίδη. Η Ελένη Ρουμπέν διετέλεσε πρόεδρος του «Ασύλου του Παιδιού» για τριάντα χρόνια και κατάφερε μέσα από το έργο της να το αναδείξει και να το επεκτείνει.
Ο Ραούλ Γιαρμολίνσκη μετά τις σπουδές του στη Γαλλία επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και εργάστηκε για τη Shell. Παράλληλα ασχολήθηκε με το τέννις ως αθλητής και διοικητικός παράγοντας του Ομίλου Αντισφαίρισης Θεσσαλονίκης, του οποίου στα τέλη της δεκαετίας του 1960 διέτελεσε πρόεδρος. Κατά τη διάρκεια του πολέμου μετακόμισε στην Αθήνα και παντρεύτηκε. Το 1956, μετά το χωρισμό του, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου και πέθανε το 1979.
Ο Λαδίσλαος Γιαρμολίνσκη σπούδασε ηλεκτρολόγος-μηχανικός στη Γαλλία κατά τα έτη 1919-1924. Εργάστηκε σε διάφορες εταιρίες και κατά τα έτη 1948-1949 διετέλεσε γενικός διευθυντής της εταιρείας «Γλαύκος» με έδρα την Πάτρα.
Ο Ρολάνδος Γιαρμολίνσκη σπούδασε στη Γαλλία και εργάστηκε ως γεωπόνος-μηχανολόγος. Το 1939 παντρέυτηκε τη Louise Jeanne Raynaly στο Μαρόκο. Επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, άγνωστο πότε, ασχολήθηκε με την πολιτική και έθεσε υποψηφιότητα για δημοτικός σύμβουλος του δήμου Θεσσαλονίκης.

Γιατράκου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ιστορική μανιάτικη οικογένεια, μέλη της οποίας μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρεία και συμμετείχαν στον ένοπλο αγώνα της Ελληνικής Επανάστασης.

Γλυκή, Οικογένεια

  • Οικογένεια
  • 1619 - ;

Γλυκής, Νικόλαος (1619-1693), εκδότης και ιδρυτής εκδοτικού οίκου της Βενετίας παράλληλα ασχολούνταν και με το εμπόριο. Ο εκδοτικός οίκος των Γλυκήδων εξέδωσε πάνω από 1200 ελληνικά βιβλία τα περισσότερα λειτουργικά και θρησκευτικά. Μετά τον θάνατο του τη διεύθυνση του εκδοτικού οίκου ανέλαβαν ο γιος του Μιχαήλ, τα παιδιά αυτού και ο ανιψιός του.

Γούλενου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Τα αδέρφια Γιωργάκης, Θεόδωρος και Γιαννάκης Γούλενος έπαιξαν ρόλο στις μάχες κατά του Δράμαλη και αλλού στο Μοριά. Ο Γιαννάκης υπήρξε σε μερικές Εθνοσυνελεύσεις πληρεξούσιος Πραστού και κατόπιν δήμαρχος στο Λεωνίδιο.

Γρηγοράκη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ιστορική οικογένεια της ανατολικής Μάνης, το πιθανότερο είναι να είναι γηγενείς. Αναδείχθηκαν σε ισχυρούς τοπικούς παράγοντες και διαδραμάτισαν ηγετικό ρόλο στην περιοχή τόσο κατά τα χρόνια της Επανάστασης όσο και πριν και μετά από αυτήν.

Δαμιανού, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Ιωάννης Δαμιανός (Αθήνα,1861-1920) υπήρξε αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, πρώτος κυβερνήτης του θωρηκτού “Αβέρωφ”, αρχηγός των μοιρών Αμβρακικού και Ευδρόμων κατά τους Βαλκανικούς πολέμους. Προήχθη σε υποναύαρχο κατ’ εκλογήν το 1914. Διετέλεσε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη μετά το κίνημα στο Γουδί (15/8/1909-18/1/1910) και στις φιλοβασιλικές κυβερνήσεις Καλογερόπουλου και Λάμπρου (21/6/1916-21/4/1917). Μετά την φυγή του βασιλιά και την άνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία και εξορίστηκε στην Κρήτη.

Ο Κωνσταντίνος Δαμιανός (1853-1915), αδελφός του Ιωάννη, ήταν αξιωματικός του Πυροβολικού, αρχηγός της στρατιάς που κατέλαβε την Κορυτσά στους Βαλκανικούς πολέμους και αρχηγός του 4ου σώματος στρατού στην Καβάλα μετά τη λήξη των πολέμων.

Δασκαλάκη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Η οικογένεια Δασκαλάκη κατάγεται από τα Σφακιά της Κρήτης και έλαβε ενεργό συμμετοχή τόσο στην Επανάσταση του ΄21όσο και στις μετέπειτα Κρητικές Επαναστάσεις.

Δεληγεώργη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Το αρχείο της οικογένειας Δεληγεώργη μας δίνει τη δυνατότητα να παρακολουθήσουμε την πορεία και εξέλιξη της οικογένειας από τον πάππο Μήτρο Δεληγεώργη και τον μετεπαναστατικό και οθωνικό περίγυρο στον οποίο έζησε και έδρασε, μέχρι τον εγγονό του Αλέξανδρο, γέννημα και θρέμμα μιας αστικής πλέον οικογένειας με μεγάλη κτηματική περιουσία και πολιτικές καταβολές, ο οποίος βρέθηκε την περίοδο του Μεσοπολέμου σε δεινή οικονομική κατάσταση. Ο κύκλος της ενασχόλησης της οικογένειας με την πολιτική διεκόπη με τον θάνατο του Επαμεινώνδα το 1879 και έκλεισε γύρω στο 1900, όταν ο αδελφός του Λεωνίδας αποσύρθηκε οριστικά από την πολιτική. Ο κύκλος των κτηματικών εισοδημάτων της οικογένειας του Λεωνίδα στη Θεσσαλία, έκλεισε με την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών το 1920. Τα δύο αγόρια της τρίτης γενεάς, γόνοι πολιτικών και γαιοκτημόνων ασχολήθηκαν, περνώντας για ένα διάστημα από το υπουργείο Εξωτερικών, ο πρωτότοκος Επαμεινώνδας (που πέθανε πολύ νέος) με την ποίηση και τα γράμματα, ο μικρότερος Αλέξανδρος, ως δημόσιος υπάλληλος, με τη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Δημήτριος (Μήτρος) Δεληγεώργης (1785-1860)

Ο Μήτρος Δεληγεώργης, φρούραρχος Μεσολογγίου στις πολιορκίες της πόλης από τους Τούρκους, κατόρθωσε μετά την ηρωϊκή έξοδο των Μεσολογγιτών (10 Απριλίου 1826) να καταφύγει με τους διασωθέντες στρατιώτες του στο Ναύπλιο, όπου το 1826 διορίστηκε φρούραρχος στο Μπούρτζι και το 1828 ανέλαβε με εντολή του Ι.Καποδίστρια τη αρχηγία της Ενόπλου Εκτελεστικής Δυνάμεως της Πελοποννήσου. Στη διάρκεια της βασιλείας του Όθωνα προσέφερε τις υπηρεσίες του στην καταδίωξη της ληστείας και στην επιβολή της τάξης, διοριζόμενος και προβιβαζόμενος στη Χωροφυλακή και στον Στρατό:

1833 Ταγματάρχης Χωροφυλακής

1838-39 Αρχηγός των Μεταβατικών Σωμάτων Δυτικής Ελλάδας

1840 Αρχηγός των Μεταβατικών Σωμάτων όλης της Πελοποννήσου

1840 (τέλος) Αρχηγός στρατευμάτων Φθιώτιδας προς καταδίωξη της αποστασίας των Βελέντζα

1844 Αρχηγός των στρατευμάτων Αχαϊοήλιδος, Αρχηγός Χωροφυλακής, Αρχηγός Στρατευμάτων της Δυτικής Ελλάδας και της Αχαϊοήλιδος

1845 Αρχηγός των στρατευμάτων κατά της αποστασίας της Λακωνίας

1847 Αρχηγός των στρατευμάτων κατά της αποστασίας του Θ.Γρίβα

1848 (Φεβρ.) Παύεται από τη θέση του Αρχηγού της Χωροφυλακής και διορίζεται νομοεπιθεωρητής Αργολίδος

1849-1850 Αρχηγός των στρατευμάτων Πελοποννήσου

1853 Παύεται από νομοεπιθεωρητής και μετατίθεται στην Φάλαγγα

1854 (Μάιος) Αρχηγός Στρατευμάτων Δυτικής Ελλάδας

1855 Επανήλθε στη Φάλαγγα.

Ο Μήτρος Δεληγεώργης ακολούθησε όπως οι περισσότεροι αγωνιστές και καπεταναίοι της Επανάστασης, την πορεία και την τύχη όσων εντάχθηκαν στον οθωνικό τακτικό στρατό και ανέπτυξαν προσωπικούς και πολιτικούς δεσμούς με τους κομματικούς παράγοντες. Στρατηγός το 1825, πέθανε συνταγματάρχης της Φάλαγγας, του τιμητικού αυτού σώματος των αγωνιστών που δημιουργήθηκε το 1835, έχοντας προικοδοτηθεί με εθνικές γαίες στην περιοχή της πατρίδας του.

Ο Μήτρος είχε παντρευτεί την Χρυσάϊδω Μπενεδέτου από την Ιθάκη με την οποία απέκτησαν πέντε παιδιά: την Πηνελόπη, σύζυγο Αθ.Ν.Δροσίνη, την Μαρία, σύζυγο Φιλάρετου, τον Επαμεινώνδα (πολιτικό και πρωθυπουργό), σύζυγο της Ξανθής Λ. Γιουρδή, τον Θεμιστοκλή, και τον Λεωνίδα, σύζυγο της Θεανώς Χρηστάκη Ζωγράφου.

Μνημείο με την προτομή του έχει στηθεί στον Κήπο των Ηρώων στο Μεσολόγγι, τα δε όπλα του (καρυοφίλια, πιστόλι, γιαταγάνια, πάλα) και αντικείμενα που του ανήκαν ( παλάσκες, φέρμελη, γιλέκα, σελάχι, φουστανέλλα) δωρήθηκαν το 1924 από τον γιο του Λεωνίδα στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος.

Επαμεινώνδας Δ. Δεληγεώργης (1829-1879)

Γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1829. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στην Τρίπολη και στο Μεσολόγγι, ενώ ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές και πανεπιστημιακές σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Νομικά. Άρχισε να δικηγορεί το 1850, ενώ στα χρόνια που ακολούθησαν έγινε το ίνδαλμα της φιλελεύθερης “χρυσής νεολαίας". Εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής Μεσολογγίου το 1859 και τάχθηκε ανοιχτά κατά της δυναστείας, με αποτέλεσμα να αποκλεισθεί από τη Βουλή ως αντιπολιτευόμενος, και μετά την επανάσταση του Ναυπλίου να συλληφθεί και εξοριστεί στην Κύθνο και Μύκονο. Υπουργός Δημοσίας Εκπαιδεύσεως στην πρώτη κυβέρνηση μετά την έξωση του Όθωνα (Οκτ.1862), πρωθυπουργός ολιγοήμερων κυβερνήσεων τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 1865, ανέλαβε το 1866 υπουργός Εξωτερικών και προσωρινός υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Δ.Βούλγαρη. Αρχηγός του δικού του πολιτικού κόμματος, τέσσερεις φορές πρωθυπουργός από το 1870 έως τον θάνατό του (1870, 1872, 1876, 1877), διέθετε μεγάλη δημοτικότητα και ρητορικές ικανότητες. Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης αποσύρθηκε από την πολιτική στις αρχές του 1878 και ένα χρόνο αργότερα πέθανε σε ηλικία 50 ετών. Παντρεύτηκε την Ξανθή, κόρη του Υδραίου Λαζάρου Γιουρδή, με την οποία απέκτησαν πέντε παιδιά: τον Δημήτριο, την Πηνελόπη, την Λίζα (σύζυγο Μ.Μαλακάση), την Μαρία και τον Κωνσταντίνο.

Λεωνίδας Δ. Δεληγεώρης (1839-1928) - Θεανώ Λ. Δεληγεώργη (1858-1922)

Ο Λεωνίδας, μικρότερος γιος του Δημητρίου και της Χρυσάϊδως Δεληγεώργη, γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1839. Μαθητής της Σχολής των Παλαμάδων, σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Στα φοιτητικά του χρόνια ακολουθώντας την πολιτική του αδελφού του Επαμεινώνδα, έλαβε μέρος στις αντι-οθωνικές εξεγέρσεις της νεολαίας και υπήρξε συντάκτης της εφημερίδας Το Μέλλον της Πατρίδας. Την εποχή που ο αδελφός του δημιούργησε πολιτικό κόμμα, ο Λεωνίδας ανέλαβε τη διεύθυνση του δημοσιογραφικού οργάνου του Εφημερίς των Συζητήσεων, όπου πραγματεύθηκε πολιτικά και οικονομικά θέματα υποστηρίζοντας αντισλαυϊκή πολιτική. Μετά τον θάνατο του αδελφού του, πολιτεύθηκε στο Μεσολόγγι ως αντίπαλος του Χ.Τρικούπη, παραμένοντας ανεξάρτητος στη Βουλή, ενώ το 1890 συμμετείχε στην κυβέρνηση Θ.Δεληγιάννη ως υπουργός Εξωτερικών. Το 1902 αποσύρθηκε οριστικά από την πολιτική για λόγους υγείας και ασχολήθηκε με την πλούσια βιβλιοθήκη του και τη συγγραφή οικονομικών μελετών.

Παντρεύτηκε τη Θεανώ, κόρη του Ηπειρώτη τραπεζίτη και μεγαλοκτηματία Χρηστάκη Ζωγράφου, που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1858 και πέθανε στο Μεράν της Ελβετίας το 1922. Η Θεανώ είχε άλλα τέσσερα αδέλφια: τον Σόλωνα, τη Μαρία (1847-1901), σύζυγο Κωνσταντίνου Καραπάνου, τη Σοφία, σύζυγο Αλέξανδρου Ρώμα και τον Γεώργιο (1863-1920), βουλευτή, υπουργό Εξωτερικών και αρχηγό της κίνησης Αυτονομίας της Ηπείρου το 1914.

Ο Λεωνίδας και η Θεανώ απέκτησαν τέσσερα παιδιά: τον Επαμεινώνδα, τη Σοφία, τη Δώρα, σύζυγο Κωνσταντίνου Βάσου και τον Αλέξανδρο. Πέθανε στην Αθήνα το 1928.

Σοφία Λ. Δεληγεώργη (1880-1938)

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1880 και έζησε για μεγάλα διαστήματα στη Γαλλία, Γερμανία και στην Ελβετία. Η Σοφία ενδιαφέρθηκε για την ποίηση και τα λογοτεχνικά κινήματα της εποχής καθώς και για την προβολή του έργου και της προσωπικότητας του πρόωρα χαμένου αδελφού της Νώντα. Παρ’ότι έπασχε από φυματίωση και νοσηλεύτηκε συχνά σε σανατόρια της Γερμανίας (το 1904 με τον αδελφό της Νώντα) και της Ελβετίας (Leysin), εργάστηκε με αυτοθυσία ως αδελφή νοσοκόμα του Ερυθρού Σταυρού στους Βαλκανικούς Πολέμους και στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Στο Εσκί-Χισάρ άλλωστε, το 1921 αναγκάστηκε να νοσηλευτεί η ίδια μαζί με τους τραυματισμένους στρατιώτες, διότι η υγεία της ήταν σε κακή κατάσταση.

Έμεινε ανύπαντρη και έζησε μαζί με τον αδελφό της Αλέξανδρο στο πατρικό τους σπίτι, αντιμετωπίζοντας σοβαρή οικονομική στενότητα, μέχρι το θάνατό της που επήλθε στις 13 Ιουλίου 1938.

Επαμεινώνδας Λ. Δεληγεώργης (1883-1908)

Ο Επαμεινώνδας (Νώντας) γεννήθηκε στο Παρίσι το 1883. Μαθητής παρισινού κολλεγίου το 1896-1899, πήγε στη Δρέσδη της Γερμανίας το 1900 με προοπτική να παρακολουθήσει τα μαθήματα του Πολυτεχνείου. Επέλεξε τελικά τη νομική επιστήμη σπουδάζοντας στα Πανεπιστήμια του Μονάχου, της Λειψίας και της Χαϊδελβέργης. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του με τη συγγραφή διδακτορικής διατριβής με θέμα “Die Kapitulationes der Turkei" και το 1906 επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε για δύο χρόνια ως ακόλουθος στο υπουργείο Εξωτερικών, αρθρογραφώντας τακτικά για την πολιτική κατάσταση των Βαλκανίων στη γαλλική εφημερίδα Le Gaulois καθώς και στην εφημερίδα του Σπ.Παππά Le Monde Hellenique.

Ο Νώντας Δεληγεώργης ασχολήθηκε στο σύντομο πέρασμά του από την ζωή με τα γράμματα και την ποίηση, αφήνοντας σε όλους τους συνεργάτες του τις καλύτερες εντυπώσεις ενός λαμπρού και πολλά υποσχόμενου νέου. Έγραψε δύο αξιόλογες μελέτες για τον Α.Καρκαβίτσα και τον Αλ.Παπαδιαμάντη που δημοσιεύθηκαν στο Νέον Άστυ και στην Monde Hellenique και μία συλλογή ποιημάτων με τίτλο “Rythmes du Reve et de la Mort" και πρόλογο του Jean Moreas, που εκδόθηκε από τον Vanier στο Παρίσι, λίγο μετά τον θάνατό του. Ο απροσδόκητος θάνατος του Νώντα, σε ηλικία μόλις 25 ετών, από τυφοειδή πυρετό, βύθισε στο πένθος, τον Νοέμβριο του 1908, την οικογένειά του και τους φιλολογικούς κύκλους που είχαν γνωρίσει τον ίδιο και το έργο του. Ενδιαφέρουσες μαρτυρίες και κρίσεις για το έργο του νέου ποιητή έγραψαν οι Κ.Παλαμάς, Μ.Μαλακάσης, Κ.Ουράνης, Σπ.Παππάς, Δ.Κακλαμάνος και ο Α.Ανρεάδης.

Δώρα Λ. Δεληγέωργη (1888-1966)

Παντρεύτηκε το 1916 τον αξιωματικό του Στρατού και γιο του Τιμολέοντα Βάσου, Κωνσταντίνο Βάσο (1886-1963) με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά: τον Αλέξανδρο και την Αλμερή (Άλμα), σύζυγο Ιωάννη Τσερέζολε.

Αλέξανδρος Λ. Δεληγεώργης (1890-1940)

Το τελευταίο παιδί του Λεωνίδα και της Θεανώς Δεληγεώργη γεννήθηκε το 1890. Ο Αλέξανδρος (Αλέκος), έδωσε εξετάσεις και μπήκε στο υπουργείο Εξωτερικών το 1910, ενώ στους Βαλκανικούς πολέμους υπηρέτησε ως δεκανέας. Το 1921 ήταν διπλωματικός υπάλληλος στην πρεσβεία της Ρώμης και το 1922 μετατέθηκε ως επιτετραμμένος στη Χάγη, όπου παρέλαβε την ελληνική πρεσβεία από τον Σπ. Λεβίδη. Εργάστηκε επίσης ως τμηματάρχης στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, απ’όπου συνταξιοδοτήθηκε το 1938. Πέθανε άγαμος στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 1940. Ο Αλέκος είχε, ως νέος, αδυναμία στις γυναίκες, στο ποτό και στα χαρτιά, ενώ η ζωή που έκανε ο ίδιος και οι παρέες του, στεναχωρούσε ιδιαίτερα του γονείς του. Επηρεασμένος από τις λαμπρές λογοτεχνικές ικανότητες και το έργο του αδελφού του Νώντα, αποπειράθηκε και ο ίδιος να ασχοληθεί με το γράψιμο.

Δημητρακόπουλου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Πρόκειται για απογόνους του Γεώργιου Δημητρακόπουλου, προεστού της Αλωνίσταινας Αρκαδίας & αγωνιστή της Επανάστασης που σκοτώθηκε στην μάχη των Τρικόρφων (1825). Μέλη της οικογένειας Δημητρακοπούλου ήταν και ο Σταύρος, φημισμένος καπετάνιος, και ο Παναγιώτης, εκπρόσωπος της Φιλικής Εταιρείας στην Πάρο και ευεργέτης της Επανάστασης.

Δράκου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Γεωργάκης Δ. Δράκος (1788-1827)
Ο Γεωργάκης ήταν γιος του Δήμου Δράκου, επιφανούς αρχηγού της οικογένειας Δράκου του Σουλίου κατά τον 18ο αιώνα. Ο Δήμος Δράκος ήταν γνωστός για την στρατιωτική του ικανότητα και ευφυΐα, αρετές τις οποίες επέδειξε σε όλες τις συγκρούσεις των Σουλιωτών με τους Τούρκους, ήδη από το 1730. Το Δεκέμβριο του 1803 μαζί με το Φώτο Τζαβέλλα και άλλους οπλαρχηγούς οδήγησαν 2000 περίπου γυναικόπαιδα από το Σούλι στην Κέρκυρα. Εκεί ο Δήμος κατατάχθηκε στο ρωσικό στρατό (με το βαθμό του εκατόνταρχου) αλλά πέθανε τρεις μήνες αργότερα για ν’ αντικατασταθεί από το γιό του, Γεωργάκη. Ο Γεωργάκης ήταν και αυτός διακεκριμένος οπλαρχηγός του Σουλίου, ο οποίος έλαβε μέρος στην ελληνική επανάσταση και διακρίθηκε στις μάχες του Μεσολογγίου, των Θηβών και της Αθήνας. Αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους και μεταφέρθηκε στο φρούριο της Χαλκίδας όπου και πέθανε.

Ιωάννης Γ. Δράκος (1820-1875)
Ο Ιωάννης Δράκος γεννήθηκε στο Σούλι το 1820. Ήταν γιος του Γεωργάκη Δράκου. Φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή της Βαυαρίας από την οποία αποφοίτησε με το βαθμό του ανθυπασπιστή του ιππικού. Διετέλεσε υπασπιστής του Όθωνα με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη του ιππικού. Συνόδευσε τον Όθωνα στην εξορία, στη Βαμβέργη, και παρέμεινε εκεί μέχρι το θάνατο του εξόριστου βασιλιά το 1867. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα πέρασε από δίκη για λιποταξία στο εξωτερικό και αθωώθηκε. Διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών το 1871. Πέθανε το 1875. Για τις υπηρεσίες του προς τον Όθωνα, η Αμαλία ανέλαβε να καταβάλλει οικονομικό βοήθημα στη χήρα του Αικατερίνη. Μετά το θάνατο της Αμαλίας, το βοήθημα κατέβαλλαν οι κληρονόμοι τους.
Ο Ιωάννης Δράκος παντρεύτηκε την Αικατερίνη Δαγκλή και έκαναν τρεις γιους (Γεώργιο, Νικόλαο και Κωνσταντίνο) και μία κόρη, τη Μαρία (σύζυγο Κωνσταντίνου Πλανητέρου).
Ο γιος του, Γεώργιος, υπηρέτησε στον πρωσικό στρατό και σκοτώθηκε το Σεπτέμβριο του 1870 στη μάχη του Sedan (γαλλο-πρωσικός πόλεμος του 1870).

Νικόλαος Ι. Δράκος (1861-1927;)
Ο Νικόλαος Ιωάννου Δράκος γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1861. Εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (ΣΣΕ) το 1877 και αποφοίτησε στις 24 Μαρτίου 1881 με το βαθμό του ανθυπολοχαγού Πυροβολικού. Έλαβε μέρος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και στους Βαλκανικούς Πολέμους. Το 1913, με το βαθμό του συνταγματάρχη, διετέλεσε Φρούραρχος Θεσσαλονίκης. Το 1916 διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Σπυρίδωνος Λάμπρου. Αποστρατεύθηκε το 1916. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του διετέλεσε επίσης μέλος της επιτροπής των εισιτηρίων εξετάσεων στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Παντρεύτηκε την Αιμιλία Μπότσαρη, κόρη του Δημητρίου Μπότσαρη και της Χαρίκλειας Δεληγιάννη. Ο Δημήτριος Μπότσαρης ήταν γιος του Μάρκου Μπότσαρη και της Χρυσούλας Καλογήρου.
Ο Νικόλαος Δράκος και η σύζυγός του Αιμιλία απέκτησαν τρεις κόρες και έναν γιο: 1. την Αικατερίνη (Κάκιω, γεν. 1894) που παντρεύτηκε τον Λεόντιο Λεοντίου και σε δεύτερο γάμο –λόγω χηρείας– τον αξιωματικό του Βασιλικού Ναυτικού Κωνσταντίνο Σπ. Λιόλιο, 2. την Αθηνά (γεν. 1898, άγαμη), 3. τη Μαρία (γεν. 1900, σύζυγο Ιακώβου(;) Κορέσση, βιομήχανου) και 4. τον Ιωάννη (1896, έγγαμος), χωρίς όμως άλλα στοιχεία. Ο Ιωάννης το 1956 φαίνεται ότι εργαζόταν στο τμήμα διοίκησης υποκαταστημάτων της Ιονικής Τραπέζης. Η Αικατερίνη Ν. Δράκου έκανε από τον πρώτο της γάμο μία κόρη, τη Θεοδώρα. Η Μαρία Ν. Δράκου έκανε μάλλον τρία παιδιά: την Ελένη, τον Ιωάννη και τον Αλκιβιάδη (βλ. οικογένεια Κορέσση, αρχεία ΕΛΙΑ). Ο Νικόλαος Δράκος πέθανε το 1927.

Πρόσωπα που εμφανίζονται στο αρχείο και παράγουν τον κύριο όγκο των επιστολών προς τον Νικόλαο και την Αιμιλία Δράκου είναι τα ακόλουθα:

Αικατερίνη Ι. Δράκου το γένος Δαγκλή
Σύζυγος του Ιωάννη Γ. Δράκου, απόγονος κι αυτή σουλιώτικης οικογένειας.

Κωνσταντίνος Δράκος
Ο Κωνσταντίνος Δράκος ήταν αδελφός του Νικολάου Ι. Δράκου. Σύμφωνα με τη Μεγάλη Στρατιωτική Εγκυκλοπαίδεια, γεννήθηκε το 1861. Αρχικά αξιωματικός του ιππικού, έλαβε μέρος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Αποστρατεύθηκε με το βαθμό του υπιλάρχου (υπολοχαγού) για να υπηρετήσει στη συνέχεια ως αξιωματικός της Χωροφυλακής (δεύτερος αστυνόμος) στην Αίγινα και στον Πόρο. Σημειώνεται ότι στο μητρώο των αξιωματικών του στρατού του 1908 (στο οποίο περιλαμβάνονται οι αξιωματικοί της χωροφυλακής), το όνομά του δεν αναφέρεται. Φαίνεται ότι παντρεύτηκε μία Βασιλική (Βάσω). Από την αλληλογραφία δεν προκύπτουν πληροφορίες για τέκνα. Από τις επιστολές του αρχείου προκύπτει ότι ο Κωνσταντίνος μάλλον υπέφερε από κάποια ασθένεια.

Μαρία Κ. Πλανητέρου (το γένος Ιωάννου Δράκου)
Η Μαρία (Μαριγουλίτσα) φοίτησε στη Σχολή Χιλλ. Παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο (Ντάντο) Πλανήτερο από τη Ζάκυνθο, έμπορο σταφίδας. Πρόκειται για αρχοντική οικογένεια της Ζακύνθου (απαντάται στο νησί από το 1509, με ρίζες αρχικά στο Ναύπλιο). Απέκτησαν τέσσερα τέκνα: τον Ιωάννη (Γιάγκο), την Αικατερίνη (1891-;) τον Νικόλαο και τον Γεώργιο (Τζωρτζάκη, 1893-;). Τόσο ο Λεωνίδας Ζώης όσο και ο Mihail-Dimitri Sturdza αναφέρουν ότι μια Αικατερίνη Πλανητέρου παντρεύτηκε τον Σπυρίδωνα Καρρέρ (1880-1962), επίσης από τη Ζάκυνθο, και απέκτησαν μια κόρη, την Ανδριανή– ίσως πρόκειται για την κόρη της Μαρίας. Από την αλληλογραφία προκύπτει ότι η Μαρία και ο Κωνσταντίνος Πλανήτερος απέκτησαν τρία εγγόνια: τη Σόνια (Σοφία), τον Κωνσταντίνο και τη Μαρία.

Χαρίκλεια Δ. Μπότσαρη, το γένος Νικολάου Δεληγιάννη
Κόρη του Νικολάου Δεληγιάννη και της Αικατερίνης Νοταρά. Παντρεύτηκε τον Δημήτριο Μπότσαρη (1814-1871), γιο του Μάρκου Μπότσαρη (1790-1823) και της Χρυσούλας Καλογήρου. Ο Δημήτριος Μπότσαρης ήταν στρατιωτικός (έφτασε στο βαθμό του υποστρατήγου) και διετέλεσε δύο φορές υπουργός Στρατιωτικών. Απέκτησαν επτά τέκνα: την Αικατερίνη (1851-1875), τη Χρυσούλα (1852-1922, σύζυγο Γεωργίου Προβελεγγίου), το Μάρκο (1854-1873), την Αθηνά (1857-1878), τον Κωνσταντίνο (1858-1919 άγαμος), τον Αθανάσιο (1860-1944, παντρεύτηκε τη Σοφία Σπυρίδωνος Ρώμα) και την Αιμιλία (1868, σύζυγο Νικολάου Ι. Δράκου).

Χρυσούλα Γ. Προβελεγγίου, το γένος Δημητρίου Μπότσαρη
Κόρη του Δημητρίου Μπότσαρη και της Χαρίκλειας Δεληγιάννη. Η Χρυσούλα παντρεύτηκε το σίφνιο νομικό Γεώργιο Προβελέγγιο (ανιψιό του πολιτικού Κωνσταντίνου Προβελέγγιου και αδελφό του πολιτικού και ποιητή Αριστομένη Προβελέγγιου και του εκπαιδευτικού Νικολάου Προβελέγγιου) και απέκτησαν δύο κόρες, την Αικατερίνη, την Όλγα (και ίσως μία τρίτη, την Ελένη) και δύο γιους: τον Ιωάννη και το Δημήτριο. Η Όλγα παντρεύτηκε τον Γεώργιο (;) ο οποίος δραστηριοποιήθηκε στο Poti της σημερινής Γεωργίας. Απέκτησαν μιά κόρη η οποία πέθανε μάλλον σε νηπιακή ηλικία. Ο Δημήτριος Προβελέγγιος παντρεύτηκε την Baby (δεν αναφέρεται άλλο όνομα) και απέκτησαν μία κόρη, τη Χαρίκλεια, η οποία πέθανε σε νηπιακή ηλικία. Ο Ιωάννης, μετά από μια διαμονή στο Λονδίνο (στα 1912) εγκαταστάθηκε και εργάστηκε -για άγνωστο διάστημα- στο Cawnpore (Kanpur) της Ινδίας. Εγγονός της Χρυσούλας και του Γεωργίου Προβελέγγιου ήταν ο διακεκριμένος αρχιτέκτονας Αριστομένης Προβελλέγιος (1914-1999). (Βλ. συνέντευξη του Αριστομένη Προβελέγγιου στο Θανάση Λάλα, Τα Νέα, 07/11/1999).

Αθανάσιος Δημ. Μπότσαρης
Γιος του Δημητρίου Μπότσαρη και της Χαρίκλειας Δεληγιάννη. Γεννήθηκε στις 12 Ιουνίου του 1860. Εισήλθε στη Στρατιωτικού Σχολή Ευελπίδων το 1880 και αποφοίτησε το 1884 με το βαθμό του ανθυπολοχαγού Πυροβολικού. Παντρεύτηκε τη Σοφία Ρώμα (1863-), κόρη του Σπυρίδωνος Ρώμα (1826-1881) και της Ασπασίας Μουρούζη. Ο Αθανάσιος και η Σοφία απέκτησαν πέντε τέκνα: την Ασπασία (1891-1974, μικροβιολόγο), το Δημήτριο (1892-1965, παντρεύτηκε την Καλλιόπη Διαμαντίδη), το Μάρκο (1893-1960, μάλλον ανύπαντρος), το Σπύρο (1894-1948, παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο τη Μυρσίνη Αμπελοράβδη και σε δεύτερο την Αλεξάνδρα Παντζίρη) και την Pierrete (1902-;) η οποία παντρεύτηκε το Δημοσθένη Χωρέμη). Ο Σπύρος απέκτησε δύο τέκνα: το Μάρκο και τη Ρόζα. Από μια αναφορά σε επιστολή της εξαδέλφης του Μαρίας (υποφ. 2.6) φαίνεται ότι το 1911 έχασαν ένα παιδί – ίσως πρόκειται για αποβολή.

Κωνσταντίνος Σπ. Λιόλιος
Ο Κωνσταντίνος Σπυρίδωνος Λιόλιος γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου 1869. Εισήλθε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων το 1885 και αποφοίτησε το 1890 ως μάχιμος σημαιοφόρος. Στους Βαλκανικούς Πολέμους, με το βαθμό του πλωτάρχη, υπηρέτησε ως κυβερνήτης του αντιτορπιλικού Ναυκρατούσα. Έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις της Λήμνου και της Τενέδου. Αποστρατεύθηκε το Μάρτιο του 1917 με το βαθμό του αντιπλοιάρχου. Επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία τον Ιούνιο του ιδίου έτους. Στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο, με το βαθμό του πλοιάρχου, διετέλεσε Διοικητής Μοίρας Σαρωνικού (1917-1919) και μοίραρχος αρχηγός του Ελαφρού Στόλου (1918). Με την ίδια ιδιότητα έλαβε μέρος και στις επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Αποτάχθηκε το 1921. Η απόταξή του ακυρώθηκε το 1922 και με αίτησή του αποστρατεύθηκε οριστικά το 1923 με το βαθμό του υποναυάρχου. (Τα στοιχεία αντλήθηκαν από το Βιογραφικό Λεξικό των Αποφοίτων της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, βλ. παρακάτω).
Ο Κωνσταντίνος Λιόλιος παντρεύτηκε την Αικατερίνη, κόρη του Νικολάου Δράκου και χήρα του Λεοντίου Λεοντίου. Το 1936 υιοθέτησε την κόρη της Αικατερίνης από τον πρώτο γάμο της, Θεοδώρα. Πέθανε το 1947. Η οικογένεια Λιόλιου συνδέεται με την οικογένεια Μπότσαρη ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα καθώς η αδελφή του Μάρκου Μπότσαρη, Δέσπω, είχε παντρευτεί τον Γ. Λιόλιο. Ο Κωνσταντίνος Λιόλιος πιθανότατα συνδέεται με τον υποστράτηγο (Μηχανικού) Γεώργιο Λιόλιο (1858-1923), ο οποίος φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων στην ίδια κλάση με τον Νικόλαο Ι. Δράκο.

Πηγές:
Μητρώον των αξιωματικών και ανθυπασπιστών του κατά γην στρατού 1908. Αθήνα, Υπουργείο Στρατιωτικών, 1908: 12
Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, τ.3 και 5.
Αναστάσιος Κ. Δημητρακόπουλος (αντιναύαρχος ΠΝ ε.α.), Βιογραφικό Λεξικό των Αποφοίτων της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Οι τάξεις εισόδου 1884-1950, τ. 2, Αθήνα, 2006.
Λεωνίδας Χ. Ζώης, Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, τ. Α΄, Αθήνα, Εθνικό Τυπογραφείο, 1963.
Μαρίνος Γερουλάνος, Αναμνήσεις (1867-1957). Σελίδες από την ιστορία της νεώτερης ιατρικής στην Ελλάδα, Αθήνα, Εκδ. Καστανιώτη, Β΄ έκδοση 1995.
Γρηγόρης Σκαμπαρδώνης και Νικ. Δ. Σχίζας, Η ασθένεια και ο θάνατος του βασιλέως Κωνσταντίνου (1915-1922), άρθρο στην ιστοσελίδα Ελεύθερη Ζώνη www.elzoni.gr/html/ent/072/ent.26072.asp
Mihail-Dimitri Sturdza, Dictionnaire Historique Genealogique des Grandes Familles de Grece d'Albanie et de Constantinople, Paris, 1983.

Θεοδοσιάδη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Στυλιανός Θεοδοσιάδης, ναυτιλιακός πράκτορας, (γέννηση 1917) ήταν κάτοικος Πόρτ Σάιδ καταγόμενος από την Κύπρο. Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε ως διερμηνέας στη Βασιλική Ελληνική Αεροπορία. Διετέλεσε πρόεδρος του τμήματος Πόρτ Σάιδ της Κυπριακής Αδελφότητος Αιγύπτου (1956). Ο Στυλιανός Θεοδοσιάδης ήταν μέλος της τεκτονικής στοάς Σόλων-Πλάτων .

Ο Πολύβιος Θεοδοσιάδης ήταν επί 30 περίπου χρόνια (1914-1947) μέλος και πρόεδρος του τμήματος της Κυπριακής Αδελφότητας στο Πόρτ Σάιδ. Με το θάνατό του (1947) άφησε το ποσό των 30 αιγυπτικών λιρών ως δωρεά και ανακηρύχθηκε ευεργέτης. Τιμήθηκε με το βουλγαρικό παράσημο Ordre Nationale du Merite Civil.

Θεοδωράκη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Η οικογένεια Θεοδωράκη ήταν από τις ναυτικές οικογένειες προυχόντων της Ύδρας. Τα αδέλφια Δημήτριος και Αναστάσιος συγκαταλέγονταν στους πλοιοκτήτες και χορηγούς του ναυτικού αγώνα στην Ελληνική Επανάσταση.
Ο Δημήτριος Αναγνώστου Θεοδωράκης είχε παντρευτεί την Πετρούλα Οικονόμου με την οποία είχαν αποκτήσει επτά παιδιά: 1) τον Θεόδωρο, που σπούδασε Νομικά στη Γαλλία 2) τον Αναστάσιο, σύζυγο Σμαράγδας Τομπάζη που σπούδασε Ιατρική στη Γαλλία 3) τον Ιωάννη 4) τον Νικόλαο 5) την Κονδύλω, σύζυγο Γεωργίου Αντωνιάδη 6) την Ελένη, σύζυγο Δημοσθένη Τζιβανόπουλου και 7) την Ανέζω, σύζυγο Β. Κοκονέζη.
Ο γιατρός Αναστάσιος Θεοδωράκης (†1898) είχε αποκτήσει με τη Σμαράγδα Τομπάζη πέντε παιδιά: την Ελένη (σύζυγο Κων. Λάμπρου), την Ευφροσύνη (σύζυγο Γεωργίου Λιόλιου), την Άννα (σύζυγο Γεωργίου Κακουλίδη), τον Δημήτριο (σύζυγο Αναστασίας Καζούλη †1956) και τον Γεώργιο.
Ο Δημήτριος Αν. Θεοδωράκης (Αθήνα 1868-Αλεξάνδρεια 1953) ήταν δισέγγονος του ναυάρχου Ιάκωβου Τομπάζη. Μετά το Γυμνάσιο μπήκε στη Σχολή Δοκίμων και στη συνέχεια υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό μέχρι το 1898, οπότε και παραιτήθηκε έχοντας το βαθμό του αντιπλοιάρχου. Παντρεύτηκε την Αναστασία κόρη του επιχειρηματία Νικολάου Καζούλη από τη Ρόδο και το 1900 εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο όπου και ανέλαβε τη διεύθυνση του βαμβακεμπορικού οίκου του πεθερού του μέχρι το 1912. Διετέλεσε αντιπρόεδρος και επίτιμος πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξανδρείας, προϊστάμενος της Εφορείας των Σχολείων, πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλελευθέρων, της Ελληνικής Λέσχης, ιδρυτής του Ναυτικού Ομίλου και ένας από τους ιδρυτές του Ελληνικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, του οποίου διετέλεσε αντιπρόεδρος και πρόεδρος (1903-1921). Μετά την απελευθέρωση της Χίου το 1912, διορίστηκε από τον Βενιζέλο στρατιωτικός διοικητής του νησιού και το 1920 εξελέγη βουλευτής Ύδρας χωρίς όμως να ασχοληθεί με την πολιτική πέραν της συγκεκριμένης βουλευτικής περιόδου. Δραστήριο μέλος της παροικίας προσέφερε πολλές υπηρεσίες και χρηματικές δωρεές με αποτέλεσμα η Ελληνική Κοινότητα Αλεξανδρείας να τον ονομάσει εν ζωή Μέγα Ευεργέτη. Γιοι του ήταν ο Αναστάσιος (Ύδρα 1902 - Αθήνα 1976), ο οποίος διετέλεσε Κοινοτικός Επίτροπος και Σύμβουλος του Ελληνικού Εμπορικού Επιμελητηρίου Αλεξανδρείας και ο Νικόλαος (Κάιρο 1910 - Αθήνα 1987), δικηγόρος με σπουδές στην Ελβετία, ο οποίος διετέλεσε Επίτροπος της Ελληνικής Κοινότητας Ιβραημίας. Ο Νικόλαος ήταν άγαμος ενώ ο αδελφός του Αναστάσιος παντρεύτηκε την Άννα Ευστρατιάδη (Κάιρο 1910 – Αθήνα 1977), κόρη του Διονυσίου και της Ευτέρπης, με την οποία δεν απέκτησαν παιδιά. Και τα δύο αδέλφια εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αθήνα το 1973 και κατοίκησαν στην οδό Δορυλαίου 22.

[Τα βιογραφικά στοιχεία προέρχονται από τεκμήρια του αρχείου και από άρθρο με αφορμή το θάνατο του Δημ. Α. Θεοδωράκη στο «Δελτίο του Ελληνικού Εμπορικού Επιμελητηρίου», 1953].

Θεοδωρίδη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Μάρκος Θεοδωρίδης, με καταγωγή από τις Σέρρες, υπήρξε δικηγόρος στο επάγγελμα. Ως διερμηνέας του ελληνικού προξενείου στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας συμμετείχε στον Μακεδονικό Αγώνα. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ασχολήθηκε με την πολιτική. Εξελέγη επανειλλημένα βουλευτής με το Λαϊκό Κόμμα και ανέλαβε τρεις φορές υπουργικά καθήκοντα. Απεβίωσε το 1952.
Ο Δημήτρης Χόνδρος και ο Φρίξος Θεοδωρίδης ήταν ανηψιοί του Μάρκου Θεοδωρίδη. Ο Δημήτρης Χόνδρος γεννήθηκε στις Σέρρες το 1882 και ασχολήθηκε με τις θετικές επιστήμες όπου και διακρίθηκε στον τομέα της φυσικής. Ο Φρίξος Θεοδωρίδης γεννήθηκε στις Σέρρες το 1892 και σπούδασε στη Ζυρίχη. Μετά το τέλος των σπουδών του ασχολήθηκε με τον κλάδο της αεροναυτικής, ενώ υπήρξε και καθηγητής του Πολυτεχνείου Αθηνών από το 1923 έως το 1946. Μετά το 1946 ανέλαβε διάφορες θέσεις σε ιδρύματα και πανεπιστήμια της Αμερικής.

Πηγές σύνταξης βιογραφικού:
Υλικό του αρχείου.

Ιατρίδη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Η οικογένεια Ιατρίδη καταγόταν από τον Πύργο Ηλείας. Τα μέλη της ωστόσο έμειναν το μεγαλύτερο διάστημα στην Αθήνα

Κάββα, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Μιχαήλ Κάββας (τέλη 19ου αι. - Τρίπολη, 1840) υπήρξε διακεκριμένος γιατρός επί τουρκοκρατίας και αγωνιστής της επανάστασης.

Ο Βασίλειος Κάββας (Άργος, 1824 - Αθήνα, 1915) ήταν ο μικρότερος γιος του Μιχαήλ Κάββα. Υπήρξε Βασιλικός Επίτροπος σε διάφορες θέσεις και πρόεδρος της “Εταιρίας Μεταλλουργίων Λαυρίου” το 1915. Το 1871 παντρεύτηκε την Ασπασία Αντωνοπούλου, χήρα Ιωάννη Δαμιανού.

Κέντρου, Θωμά, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Θωμάς Κέντρος του Ιωάννη και της Αθηνάς το γένος Καρβουνάρη ή Διαμαντίδου (η οποία απεβίωσε στο Μοναστήρι το 1900) γεννήθηκε το 1896 στο Μοναστήρι παρότι στο πιστοποιητικό εγγραφής στο μητρώο αρρένων του Δήμου Φλωρίνης που υπάρχει στον υποφάκελο 4.2 φαίνεται ως έτος γέννησης το 1892.

Στη Θεσσαλονίκη ήρθε με τον πατέρα του το 1913. Τελείωσε το Β´ Γυμνάσιο Αρρένων Θεσσαλονίκης κι έπειτα εισήχθη στη Νομική Σχολή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ως φοιτητής μετέφραζε για βιοποριστικούς λόγους τις λεζάντες γαλλικών έργων του βωβού κινηματογράφου, καθώς γνώριζε πολύ καλά τη γαλλική γλώσσα.

Μετά την αποφοίτησή του άσκησε το δικηγορικό επάγγελμα στη Θεσσαλονίκη, όπου διορίστηκε στις 29 Οκτωβρίου του 1925 (αρ. ΦΕΚ 235/1925, Ε.Λ.Ι.Α., Μητρώο των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, αύξ. Αριθ. 425). Από το 1930 υπηρέτησε διαδοχικά στις νομαρχίες Φλώρινας, Σερρών, Κιλκίς, Πέλλης, Κοζάνης (τμηματάρχης Α´ τάξεως) και Χαλκιδικής (από το 1940). Τον Μάρτιο του 1945 μετατέθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου ανέλαβε την ανασύσταση και οργάνωση της νομαρχίας Θεσσαλονίκης ως διευθυντής της, θέση την οποία κατείχε μέχρι το 1950, μολονότι ανήκε οργανικά στη νομαρχία Δράμας. Το 1950 μετατέθηκε στη νομαρχία Ημαθίας, παρά το γεγονός ότι δύο χρόνια νωρίτερα (Νοέμβριος 1948) είχε προηγηθεί διαταγή απόσπασης που ανακλήθηκε μετά την διαμαρτυρία του, ενώ στη συνέχεια φαίνεται ότι υπηρέτησε και στη νομαρχία Πέλλης. Στο μεταξύ είχε μεταβεί στη Χάγη για μετεκπαίδευση με εντολή και δαπάνες της υπηρεσίας. Συνταξιοδοτήθηκε το 1956.

Ο Θωμάς Κέντρος διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Μοναστηριωτών και πέριξ « Η Καρτερία» το διάστημα 1955-1966. Ήταν παντρεμένος από το 1925 με την Αφροδίτη (1904-1978), κόρη του εμπόρου Νικόλαου Χατζηπέτρου και της Λουκίας Τσούπση που κατάγονταν από το Μοναστήρι. Από το γάμο του απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Σωκράτη-Ιωάννη (Θεσσαλονίκη 1926- Βαλτιμόρη 1994), τον Νικηφόρο-Νικόλαο (Θεσσαλονίκη 1927-Θεσσαλονίκη 2003), την Μαργαρίτα-Αθηνά και την Κλειώ-Λουκία[1]. Ο Θωμάς απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβριο του 1979, έναν περίπου χρόνο μετά το θάνατο της συζύγου του, σε ταξίδι της στη Βαλτιμόρη, όπου είχε πάει για να επισκεφθεί τον πρωτότοκο γιο της και την οικογένειά του.

Ο Νικηφόρος-Νικόλαος Κέντρος γεννήθηκε το 1927 και αποφοίτησε από το Β´ Γυμνάσιο Αρρένων Θεσσαλονίκης. Αρχικά επιθυμούσε να σπουδάσει στο Πολυτεχνείο αλλά επειδή δεν είχε συσταθεί ακόμη η αντίστοιχη σχολή στη Θεσσαλονίκη, τελικά έμεινε στην πόλη και εισήχθη στη Νομική Σχολή. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 ασκούσε το δικηγορικό επάγγελμα στη Θεσσαλονίκη. Αγαπούσε ιδιαίτερα τον αθλητισμό και συνήθιζε μάλιστα να κρατάει στατιστικά στοιχεία για τα αθλητικά αλλά και τα εκλογικά αποτελέσματα. Ήταν επίσης ναυτοπρόσκοπος και έπαιζε βιολί, όπως και ο πατέρας του και ο μεγαλύτερος αδελφός του, Σωκράτης. Ο Νικηφόρος πέθανε τον Μάρτιο του 2003 στη Θεσσαλονίκη.

Ο Σωκράτης-Ιωάννης Κέντρος γεννήθηκε το 1926 και φοίτησε στο γυμνάσιο Πολυγύρου, όπου ήταν διορισμένος ο πατέρας του. Έπειτα μετέβη στη Θεσσαλονίκη μαζί με τα αδέλφιά του και αποφοίτησε από το Β´ Γυμνάσιο Αρρένων. Το ακαδημαϊκό έτος 1943-44 εγγράφηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης αλλά στη συνέχεια διέκοψε τις σπουδές του για να καταταχθεί στο στρατό. Αποφοίτησε έπειτα και το 1955 ή 1956 έφυγε από την Ελλάδα για μετεκπαίδευση στις Η.Π.Α. όπου παρέμεινε μέχρι το θάνατό του. Αρχικά έμεινε στο Σικάγο και μετά από 2 χρόνια εγκαταστάθηκε στη Βαλτιμόρη, όπου ασχολήθηκε με την μικροχειρουργική γυναικολογία. Παντρεύτηκε την Πόλλα Ουζιέλ με την οποία απέκτησε έναν γιο, τον Θωμά. Πέθανε το 1994.

Η Μαργαρίτα-Αθηνά Κέντρου φοίτησε, αρχικά στο γυμνάσιο του Πολυγύρου και αποφοίτησε από το Γ´ Γυμνάσιο Θηλέων Θεσσαλονίκης. Παντρεύτηκε το 1954 με τον αξιωματικό της αεροπορίας, Ελευθέριο Χατζηιωάννου και απέκτησε δύο παιδιά, την Αφροδίτη και τον Αλύπιο.

Η Κλειώ-Λουκία τελείωσε το γυμνάσιο Σχινά στη Θεσσαλονίκη και φοίτησε για ένα έτος στη Σχολή Βρεφοκόμων «Μητέρα» στην Αθήνα. Έπειτα τελείωσε (1960-1962) τη σχολή αρχιτεκτονικού και μηχανολογικού σχεδίου του Ευκλείδη. Εργάστηκε στην Επιθεώρηση Μεταλλείων και έπειτα στη Siemens ως σχεδιάστρια. Δραστηριοποιήθηκε στη Χριστιανική Ένωση Νεανίδων Θεσσαλονίκης (κεντρική). Από το 1974 δραστηριοποιήθηκε στην Χ.Ε.Ν. Καλαμαριάς όπου διετέλεσε ταμίας τα έτη 1978-1982.

[Πηγές σύνταξης: συνέντευξη Κλειώς Κέντρου στην Ελπίδα Βόγλη, υλικό του αρχείου].

Κέπετζη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Σταύρος Μιχ. Κέπετζης (1833–1919), γεννήθηκε στη Μήθυμνα, σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1864 παντρεύτηκε την Ευανθία Μιχ. Θεολόγου που καταγόταν από τη Φιλαδέλφεια (Αλάς Σεχίρ) της Μικράς Ασίας. Έζησαν στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης (Φα-νάρι, Σταυροδρόμι, Μακροχώρι) ως το 1905, οπότε εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Ο Σ. Κέπετζης χρημάτισε έφορος της Μεγάλης του Γένους Σχολής, πρόεδρος της Εφορείας του Ζωγραφείου Λυκείου και του Εμπορικού Επιμελητηρίου Κωνσταντινουπόλεως. Η Ελένη Κέπετζη, αδελφή του Σταύρου, είναι μητέρα του Αργύρη Εφταλιώτη. Ο πατέρας της συζύγου του Ευανθίας είναι ο ιδρυτής των Θεολογείων Εκπαιδευτηρίων Φιλαδελφείας και εκείνη διέθεσε το κληροδότημα του θείου της Παντελή Θεολόγου στο Ιωακείμιο Παρθεναγωγείο του Φαναρίου. Το σπίτι τους στο Μακροχώρι παραχώρησαν στο Παρθεναγωγείο και μετέπειτα στην Αστική Σχολή της κοινότητας. Απέκτησαν δύο κόρες και τρεις γιους. Η κόρη τους Ευτέρπη Κέπετζη ήταν ποιήτρια (ψευδ. Πέπη Σταύρου), ο γιος τους Μιχαήλ σπούδασε νομικά στη Γαλλία, όπου έγινε διδάκτορας, και στη συνέχεια καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στη Βέρνη. Διετέλεσε εφέτης στα Μικτά Δικαστήρια της Αλεξάνδρειας, αντιπρόσωπος της Ελλάδας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και σύμβουλος της Ελληνικής Αντιπροσωπείας στο Συνέδριο της Ειρήνης μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Συνθήκη των Σεβρών. Υπηρέτησε επίσης ως πρεσβευτής της Ελλάδας στη Βέρνη. Ο αδελφός του Ιωάννης είναι ο παππούς του δωρητή του αρχείου Αντώνη Κέπετζη.
Ο Εμμανουήλ Λουκάς, προπάππος του δωρητή (πατέρας της γιαγιάς του Σοφίας), ήταν υποπρόξενος της αυτοκρατορικής Ρωσσίας στη Σμύρνη και στη Μυτιλήνη. Η σύζυγός του Χαρίκλεια Δουκάκη–Κουκλέλη κατείχε εκτάσεις ελαιοδένδρων στον Κάτω Τρίτο Λέσβου.
Ο Διονύσιος Πανάς, ήταν παππούς της δωρήτριας Εύας Μυλωνά–Κέπετζη, παντρεμένος με την Πολυτίμη Λυκιαρδοπούλου. Η κόρη τους Ασπασία, είναι η μητέρα της δωρήτριας.
Τα κατάλοιπα του ζωγράφου Οδυσσέα Φωκά προέρχονται από το εργαστήριό του στην Καλλιθέα, όπου κατοίκησε ο Αντώνης Κέπετζης την περίοδο 1962–1965.

[Πηγές σύνταξης βιογραφικού: Αθηνά Γαϊτάνου–Γιαννιού, Το πνευματικό Μακροχώρι του καιρού μου, Κωνσταντινούπολη 1951 και πληροφορίες των δωρητών].

Καρέλλας, Δημήτριος και υιοί

  • Οικογένεια

Ο Δημήτριος Καρέλλας ήταν βιομήχανος επιχειρηματίας. Είχε στην κατοχή του κλωστοϋφαντουργείο στη Σύρο καθώς και ατμόπλοια και οικόπεδα. O Νικόλαος Καρέλλας ανέλαβε τη διοίκηση των Κλωστοϋφαντουργείων Σύρου μετά το θάνατο του πατέρα του το 1918. Ίδρυσε την κλωστοϋφαντουργία «ΒΕΛΚΑ» το 1920 και την κλωστοϋφαντουργία «Αιγαίον Α.Ε.» στον Πειραιά το 1924, η οποία απέκτησε ξεχωριστή βιομηχανική μονάδα στο Λαύριο το 1955.

[Πηγές σύνταξης βιογραφικού: Who is who, υλικό του αρχείου]

Καραβά, οικογένεια

  • Οικογένεια

1) Αργύριος Καράβας (1810-1870) Φιλόλογος, εκδότης, γυμνασιάρχης στη Χίο. Παντρεύτηκε την Αργεντού Νομικού από τη Χίο και απέκτησε μαζί της πέντε παιδιά: α) την Καλλιόπη (1836-1916), σύζυγο Γεωργίου Πάντζαρη β) τον Επαμεινώνδα (1838-1911), σύζυγο Ελισάβετ Μασαούτη (1857-1944) γ) την Αικατερίνη (1850-;), σύζυγο Γεωργίου Κοντού δ) τον Θεόδωρο (1852- ;), σύζυγο Ματθίλδης (;) και ε) την Ερατώ.

2) Επαμεινώνδας Α. Καράβας (1838-1911). Τα παιδιά του: α) Αριστείδης (1880-1942), άγαμος β) Πλάτων (1883-1977) σύζυγος Μαρίας Αντωνιάδη γ) Σωκράτης (1886-1953) σύζυγος Ευθαλίας Καράβα δ) Αριέττα (1889-1960) και δ) Ιουλία (1892-1981).

Καρτάλη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Η οικογένεια Καρτάλη εμφανίστηκε στην Τσαγκαράδα του Πηλίου το πρώτο μισό του 18ου αιώνα. Αν και μόνο ένα μέλος της, ο Γεώργιος Αντωνίου Καρτάλης (1908-1957), είναι ευρύτερα γνωστός στο πανελλήνιο, όλα της τα μέλη για τουλάχιστον έναν αιώνα είχαν σημαντική συμβολή στον ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό βίο. Οικογένεια επιχειρηματιών, με εμπορικά συμφέροντα στην Αίγυπτο, άρχισε να δραστηριοποιείται στην πολιτική λίγο πριν την εσνωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος με το διορισμό, από τις τουρκικές αρχές, του Γεωργίου Χατζηαντωνίου Καρτάλη (1834-1899) πρώτου Δημάρχου του Βόλου.

Κατσικογιάννη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Το αρχείο περιέχει υλικό για τα παρακάτω πρόσωπα

Ευστάθιος (Στάθης) Κατσικογιάννης (ca1770-1836).Γιος του Χρήστου Κατσικογιάννη, από τα πρωτοπαλίκαρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Γκούρα. Πολέμησε μαζί τους στη Γραβιά, στα Βασιλικά, στην Άμφισσα και πήρε μέρος σε μάχες στην Εύβοια, στην Αττική και στην Πελοπόννησο. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης συντηρούσε δικό του στρατιωτικό σώμα. Προήχθη σε στρατηγό (1822) και χιλίαρχο (1828). Μετά την Επανάσταση ο Ευστάθιος Κατσικογιάννης εντάχθηκε στον τακτικό στρατό. Το 1835 ήταν αντισυνταγματάρχης και σύμφωνα με την Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια έφτασε στο βαθμό του συνταγματάρχη. Παράλληλα με το στρατιωτικό επάγγελμα ασχολήθηκε με τις ενοικιάσεις και υπενοικιάσεις γης.

Μίνιος Κατσικογιάννης (; - 1828).Aδελφός και συμπολεμιστής του Ευστάθιου. Είχε το βαθμό του πεντηκόνταρχου. Σκοτώθηκε μαχόμενος το 1828.

Χρήστος Κατσικογιάννης (; - ca 1890). Γιος του Ευστάθιου. Ακολούθησε επαγγελματικά τον πατέρα του και έγινε αξιωματικός του στρατού. Το Φεβρουάριο του 1862 έλαβε μέρος στη Ναυπλιακή επανάσταση και εξορίστηκε μετά την αποτυχία της. Μετά την έξωση του Όθωνα έλαβε μέρος στην Εθνοσυνέλευση και στις πολιτικές διεργασίες της περιόδου. Τιμήθηκε με πολλά μετάλλια.

Κατσουγιάννη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Θωμάς Μ. Κατσουγιάννης (1815 - μεταξύ 1892 και 1894) γεννήθηκε και έζησε στο Κρούσοβο. Εμπορευόταν κυρίως υφάσματα στο Κρούσοβο και στο Μοναστήρι ενώ ασχολήθηκε και με τον δανεισμό χρημάτων. Η επωνυμία της επιχείρησής του ήταν «Θωμάς Κατσουγιάννης και υιοί» η οποία το 1875 εμφανίζεται να έχει έδρα το Μονοαστήρι. Μετά τον θάνατο του Θωμά Κατσουγιάννη η επιχείρηση πέρασε σε τέσσερις από τους γιους του (Μιχαήλ, Ματθαίος, Πέτρος και Στέργιος, ενώ ο Κωνσταντίνος αποχώρησε). Η επιχείρηση τα τελευταία χρόνια του 20ού αιώνα μεγάλωσε πολύ, σημείωσε έντονη κερδοφορία και επεκτάθηκε, άτυπα, στον πιστωτικό τομέα. Η επιχείρηση διατηρήθηκε έως το 1902 όταν και διαλύθηκε.
Μεταξύ των ετών 1904-1906 τα αδέλφια Μιχαήλ και Ματθαίος Κατσουγιάννης λειτούργησαν τη δική τους επιχείρηση, η οποία διαλύθηκε μετά τη δολοφονία του δευτέρου από βούλγαρο κομιτατζή. Και αυτή η επιχείρηση ασχολήθηκε με το εμπόριο υφασμάτων και με το δανεισμό χρημάτων.
Ο Μιχαήλ (1842-1915) και οι γιοι του, Θωμάς και Τηλέμαχος (1882-1964) , συνέχισαν την εμπορική και πιστωτική δραστηριότητα της οικογένειας. Δύο χρόνια μετά το θάνατο του Μιχαήλ η έδρα της επιχείρησης μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη. Η οικογενειακή επιχείρηση περνάει στον έλεγχο του Τηλέμαχου Κατσουγιάννη και μετά το θάνατό του στο γιο του Μιχαήλ. Η επιχείρηση λειτούργησε μέχρι το 1983.
Στο αρχείο συναντάται και επιχείρηση με την επωνυμία «Δήτσας Κατσουγιάννης και Νιτσιώτας» με έδρα τη Θεσσαλονίκη και υποκατάστημα στα Σκόπια.

Πηγές σύνταξης βιογραφικού: Βασίλης Κ. Γούναρης, Στις όχθες του Υδραγόρα.Οικογένεια οικονομία και αστική κοινωνία στο Μοναστήρι 1897-1911, Εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 2000.
Υλικό του αρχείου.

Κεχαγιά, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Χρήστος και η γυναίκα του, Μαρία Κεχαγιά ήταν δάσκαλοι. Σύμφωνα με τα έγγραφα που υπάρχουν στο αρχείο υπηρέτησαν στην Λέσβο, τη Σάμο και τη Λιβαδειά. Ο Χρήστος Κεχαγιάς διετέλεσε επίσης επιθεωρητής δημοτικών σχολείων. Για τον γιο τους Πλάτωνα γνωρίζουμε ότι την περίοδο 1952-1955 ήταν φοιτητής Ιατρικής.

Κονεμένου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Οι αδελφοί Σπυρίδων και Ανδρέας Κονεμένος ήσαν γαιοκτήμονες, γιοί του Γεωργίου Κονεμένου, που διετέλεσε πρεσβευτής των Τούρκων και πέθανε στην Πρέβεζα το 1895. Ο Σπυρίδων είχε παντρευτεί το 1830 την Καθαρή Σικελιανού. Ο Νικόλαος Σ.Κονεμένος (1832-1906) ήταν εξάδελφος του Γεωργίου Κονεμένου. Γεννήθηκε στην Πρέβεζα, σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία και ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία. Δημοσίευσε στιχουργήματα που διακρίθηκαν για τη ρυθμική τους αρμονία και την έμμετρη κοινωνική σάτυρα (“Η φαντασία μου”, 1867), εξέδωσε στην Κέρκυρα το λογοτεχνικό περιοδικό “Εωσφόρος”, έγραψε την “Οικογένεια” (1870) και τη “Διαθήκη” (1901) καθώς και δύο φυλλάδια για τη γλώσσα. Έγινε γνωστός για τους αγώνες του υπέρ της δημοτικής γλώσσας. Ο Καίσαρ Νικολάκη Κονεμένου ήταν ενδεχομένως γιος του Νικολάου.

Κονοφάου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Η οικογένεια Κονοφάου (σε παλαιότερα έγγραφα μέλη της συναντώνται και με το επώνυμο Κονοφάγος) είναι μια παλιά οικογένεια της Πάργας. Αναφορές ωστόσο για μέλη της οικογένειας εμφανίζονται από το 1678 στο χωριό Αργυράδες της Κέρκυρας, και μάλιστα οι περισσότεροι είναι κληρικοί. Φαίνεται ότι ένας κλάδος της εγκαταστάθηκε στην Πάργα. Τα τεκμήρια του αρχείου αφορούν μέλη αυτού του κλάδου. Ακολουθούν σύντομα βιογραφικά σημειώματα των σημαντικότερων μελών της οικογένειας.

Ο ιεροδιάκονος Χρύσανθος κατά κόσμον Διονύσιος Κονοφάος (Πάργα, 1790- Αθήνα, 1857) εκπαιδεύτηκε στα Ιωάννινα με δαπάνες του θείου του Αγάπιου, επισκόπου Παραμυθιάς, και το 1814 χειροτονήθηκε πρωτοσύγκελος της Μητρόπολης Ιωαννίνων. Το 1817 έφυγε από τα Ιωάννινα, εξαιτίας των διωγμών του Αλή Πασά και κατέληξε, μέσω Κέρκυρας στην Τεργέστη όπου διετέλεσε διάκονος της εκεί ελληνικής εκκλησίας. Στην Τεργέστη ανέπτυξε δράση για τη μόρφωση των νέων από την Ελλάδα, γεγονός που συντέλεσε στη γνωριμία του με την οικογένεια Καποδίστρια (Αυγουστίνο και Ιωάννη). Επιπλέον, το 1828 πρόσφερε στον Ι. Καποδίστρια 500 τάληρα ρεγγίνας ως ενίσχυση για την «Εθνική Τράπεζα». Το 1829 ο Καποδίστριας του ανέθεσε την οργάνωση του ορφανοτροφείου στην Αίγινα και την εκγύμναση διδασκάλων της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Το 1833 διορίστηκε πρωτοσύγκελος στο Μεσολόγγι ενώ αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και διορίστηκε «Έφορος των Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων» αμισθί. Το 1856 τιμήθηκε με τον Αργυρό Σταυρό των Ιπποτών του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος.

Παρθένιος Κονοφάος, κατά κόσμον Διονύσιος, θείος του Χρύσανθου, διετέλεσε επίσκοπος Βοθροδού (Βουθρωτού;) (1804), Δελβίνου και Χειμάρας ( - 1822). Το 1822 βρισκόταν στην Τεργέστη μαζί με τον ανιψιό του Χρύσανθο σε μάλλον δυσμενή οικονομική κατάσταση.

Ο Δημήτριος Σπυρίδωνος Κονοφάος ( – 1885) διετέλεσε μέλος του συλλόγου «Παρνασσός». Έγραψε το βιβλίο Θεωρητική μέθοδος του χορού, Αίγινα, 1835.

Σπυρίδων Κονοφάος (1844-1909) γιος του Δημητρίου διετέλεσε ταμίας, κοσμήτορας και έφορος του συλλόγου «Παρνασσός» επί σειρά ετών. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και αναγορεύτηκε διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Είχε μεγάλη περιουσία. Παντρεύτηκε με την Κλεοπάτρα Ζαλοκώστα.

Ο Σπυρίδων Κωνσταντίνου Κονοφάος (Αθήνα, 1923-Αθήνα, 2004) ήταν αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού. Σημαιοφόρος το 1943, υπηρέτησε στα υποβρύχια και ανήλθε όλες τις βαθμίδες της ιεραρχίας. Έλαβε μέρος στο αποτυχημένο κίνημα του Δεκεμβρίου του 1967 και αποτάχθηκε. Επανήλθε το 1975 ως αντιναύαρχος και διορίστηκε Διοικητής Στόλου. Το 1976 διορίστηκε Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, αντικαθιστώντας τον Σπυρίδωνα Μουρίκη, θέση που κατείχε έως το 1982 οπότε και αποστρατεύτηκε με το βαθμό του ναυάρχου και τον τίτλο του Επίτιμου Αρχηγού Γ.Ε.Ν. Στη διάρκεια της θητείας του ως Αρχηγός Γ.Ε.Ν. συνέβαλε στον εκσυγχρονισμό του Στόλου.

Την περίοδο 1968-1974 μετείχε στην εταιρεία Βασίκλο ΕΠΕ που μεσολάβησε, για την αγορά από το Πολεμικό Ναυτικό δύο υποβρυχίων από τα ναυπηγεία Κιέλου της Γερμανίας. Την περίοδο 1976-1979 αγοράστηκαν από τα ίδια ναυπηγεία άλλα τέσσερα υποβρύχια της ίδιας σειράς. Μερίδα του Τύπου θεώρησε τη δεύτερη αγορά αποτέλεσμα της προηγούμενης εργασίας του στην Βασίλκο και τον κατηγόρησε για την επιλογή του.

Κριεζή, οικογένεια

  • Οικογένεια

Η υδραίικη οικογένεια Κριεζή –µε καταγωγή από το χωριό Κριεζά της Ευβοίας - δραστηριοποιήθηκε έως την ελληνική επανάσταση στο χώρο της ναυτιλίας. Ο δωρητής του αρχείου, Αλέξανδρος Ξύδης, υπήρξε προγονός του Αντωνίου Επαµεινώνδα Κριεζή (1872-1943), δηµιουργού της οικογενειακής συλλογής.

Το αρχείο της οικογένειας περιλαµβάνει εκτός από το προσωπικό του αρχείο του Αντ. Επ. Κριεζή, τεκµήρια από τη δράση και τη ζωή του παππού του Αντώνιου Δ. Κριεζή και του πατέρα του, Επαµεινώνδα Αντώνιου Κριεζή. Η Οικογένεια Κριεζή συµµετείχε στον αγώνα της ανεξαρτησίας και µέλη της ανέλαβαν βουλευτικά και κυβερνητικά αξιώµατα στο νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο.

Ο Αντώνιος Δηµ. Κριεζής (1796-1865) συµµετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα και το 1828 ο Καποδίστριας τον διόρισε µοίραρχο του Ελληνικού Στόλου. Επί Όθωνος προβιβάστηκε σε αντιναύαρχο (ο πρώτος του ελληνικού ναυτικού µε αυτό τον βαθµό) και ονοµάστηκε αυλάρχης. Το 1836 έγινε υπουργός των Ναυτικών στην Κυβέρνηση Άρµανσπεργκ. Χρηµάτισε επίσης υπουργός Ναυτικών στην βραχύβια Κυβέρνηση Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου το 1841. Στις 12 Δεκεµβρίου 1849 διαδέχτηκε τον Κανάρη στην πρωθυπουργία ως τις 16 Μαΐου 1854, σχηµατίζοντας την Κυβέρνηση Κριεζή το 1849. Πέθανε στην Αθήνα το 1865. Ήταν παντρεµένος µε την Κυριακούλα Βούλγαρη, κόρη του Γεωργίου Βούλγαρη.

Ο Επαµεινώνδας Αντ. Κριεζής (1834-1894) ήταν Έλληνας στρατιωτικός, βουλευτής και υπουργός του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Γεννήθηκε στην Ύδρα το 1834. Ο πατέρας του –Αντώνιος Δ. Κριεζής - τον ώθησε στην ναυτική σταδιοδροµία και αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων, µε τον βαθµό του δοκίµου, λίγες µέρες µετά την έξωση του Όθωνα. Από το 1874 άρχισε να αναµιγνύεται στην πολιτική βάζοντας υποψηφιότητα ως βουλευτής στην Ύδρα. Εκλέχτηκε το 1874, και αργότερα πολλές ακόµα φορές. Έγινε Υπουργός των Ναυτικών κατά την πρωθυπουργία του Σωτηρίου Σωτηρόπουλου τον Μάιο του 1893 (Κυβέρνηση Σωτηρίου Σωτηρόπουλου 1893). Απεβίωσε στην Αθήνα το 1894.

Ο Αντώνιος Επαµ. Κριεζής (1872-1943) γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1872 στην Ύδρα. Μαθήτευσε στη Βρέστη, στη Γαλλική Ναυτική Πολεµική Σχολή και διετέλεσε αξιωµατικός του πολεµικού ναυτικού όπου έφτασε ως το βαθµό του υποναυάρχου. Ο Αντώνιος Ε. Κριεζής αναγνωρίστηκε ως τακτικός εταίρος από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος το 1923. Συγκρότησε τα κατάλοιπα της οικογένειας Κριεζή που έχουν διασωθεί και παράλληλα συνέλεξε υλικό για την ιστορία του ελληνικού πολεµικού ναυτικού.

Λεβίδη, οικογένεια

  • Οικογένεια

1) Ο Γεώργιος Λεβίδης, γιός του Δημητρίου Λεβίδη (1808-1893) και της Αικατερίνης Γεωργαντά (†1905), γεννήθηκε στην Αθήνα το 1857. Σπούδασε Νομικά και υπηρέτησε ως διπλωματικός υπάλληλος στο υπουργείο Εξωτερικών στις παρακάτω θέσεις: γραμματέας στο προξενείο Χανίων (Μάιος 1882), στην Αλεξάνδρεια -υπό τις διαταγές του Δ. Στεφάνου αντιπροσώπου της κυβέρνησης στη Διεθνή Επιτροπή Αποζημιώσεων (Φεβρ.1883). Στις 3/10/1883 μετατέθηκε στο γενικό προξενείο Ιωαννίνων, στις 27/4/1884 στο προξενείο Θεσσαλονίκης, στις 16/11/1884 στη Φιλιππούπολη και στις 19/3/1886 διορίστηκε Β΄ γραμματέας στην ελληνική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη. Στις 14/11/1890 διορίστηκε Α΄ γραμματέας στην πρεσβεία στην Πετρούπολη και το 1891 διετέλεσε για μερικούς μήνες προσωρινός επιτετραμμένος στην πρεσβεία στη Μαδρίτη. Το 1893 υπηρετούσε στο υπουργείο στην Αθήνα ενώ στις 2/7/1894 έγινε δεκτή η παραίτησή του.

Αδέλφια του ο βουλευτής και υπουργός Νικόλαος Δ. Λεβίδης (πρωτότοκος), ο Στέφανος, ο Μιχαήλ, ο Κωνσταντίνος και η Ελένη που πέθανε το 1881. Ο Γεώργιος Λεβίδης παντρεύτηκε το 1894 την Καλλιόπη Τραπάντζαλη και απέκτησε μαζί της δύο παιδιά: τον Αλέκο και την Ελένη.

2) Η Καλλιόπη ήταν κόρη του Αλεξάνδρου Τραπάντζαλη (1824-1869) από τη Σμύρνη, εγκατεστημένου στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Αδέλφια της ο Γεώργιος που γεννήθηκε το 1867 και η Όλγα που γεννήθηκε το 1868 και πέθανε σε ηλικία μόλις δύο χρόνων. Πρέπει να έχασε και τους δύο γονείς της σε μικρή ηλικία.

Μάτεση, οικογένεια

  • Οικογένεια
  • 1794-1875 (Αντώνιος Μάτεσης), 1835-1919 (Σπυρίδων Αντωνίου Μάτεσης), ;-; (Αντώνιος Σπυρίδωνος Μάτεσης)

Ο ζακυνθινός λόγιος Αντώνιος Μάτεσης, δημιουργός του θεμελιώδους για το νεοελληνικό θέατρο δράματος Ο βασιλικός (1829-1830), ήταν γιος του Δημητρίου Μάτεση και της Βεατρίκης Τερτσέτη. Γεννήθηκε το 1794 στη Ζάκυνθο και πέθανε το 1875 στην Ερμούπολη της Σύρου. Από την πλευρά της μητέρας του, ήταν εξάδελφος του Γεωργίου Τερτσέτη (1800-1874). Ο δικαστικός Σπυρίδων Α. Μάτεσης (1835-1919) ήταν γιος του Αντωνίου Μάτεση και της Κιάρας Β. Μανούσου. Ο δικηγόρος Αντώνιος Σπ. Μάτεσης ήταν γιος του Σπυρίδωνος Α. Μάτεση και της Ευτέρπης Παΐτα.

Μήτσα, οικογένεια

  • Οικογένεια

Οικογένεια από το Καστρί Αργολίδας. Τα αδέλφια Ιωάννης και Σταμάτης Μήτσας συμμετείχαν στην Επανάσταση του 1821, ενώ ο Σταμάτης ήταν πληρεξούσιος στις Εθνοσυνελεύσεις και αργότερα βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου.

Μακκά, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Γεώργιος Α. Μακκάς (1818-1909) γεννήθηκε στη Χίο και σπούδασε ιατρική στο Μόναχο, συμπληρώνοντας τις σπουδές του στη Λειψία, στο Παρίσι και τη Βιέννη. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, εξάσκησε το επάγγελμά του στη Σύρο (1840-1848) και κατόπιν διορίστηκε καθηγητής στην Αθήνα. Διετέλεσε αρχίατρος του Βασιλιά Γεωργίου, ιδρυτικό μέλος του «Ευαγγελισμού» και πρόεδρος του Δ.Σ. του Δρομοκαϊτίου. Παντρεύτηκε την Μαριγώ (Μαρία) Ταρποχτζή, κόρη του Αργύρη και της Κωστάντζας, με την οποία απέκτησε μαζί της 10 παιδιά: την Ειρήνη, τον Κωνσταντίνο, τον Νικόλαο, τον Πέτρο, την Αγγελική, την Αλεξάνδρα, τον Δημήτριο, την Ελένη, την Ιουλία και τον Στέφανο.

Ο Νικόλαος Γ. Μακκάς (1847-1935), γιος του Γεωργίου Μακκά, ήταν ιατρός. Γεννήθηκε στη Σύρο και πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα στη Βιέννη (1870) και στη συνέχεια διετέλεσε τακτικός καθηγητής της φαρμακολογίας, της ειδικής νοσολογίας και της παθολογικής κλινικής (1893-1917). Ήταν ένας από τους διευθυντές και ιδρυτές του περιοδικού Γαληνός. Παντρεύτηκε την Αργυρώ Ροδοκανάκη το 1876. Το ζεύγος απέκτησε τρία παιδιά: τον Γεώργιο, τον Ματθαίο και την Δέσποινα.

Ο Γεώργιος Ν. Μακκάς (1877-1946), γιος του Νικολάου, ήταν παιδίατρος με σπουδές στη Βιέννη, στο Παρίσι και το Βερολίνο. Το 1929 διορίστηκε τακτικός καθηγητής στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1935 απολύθηκε για πολιτικούς λόγους (δικτατορία Κονδύλη) και το 1936 επανήλθε στο Πανεπιστήμιο. Παντρεύτηκε την Κλεοπάτρα Νικολαΐδου και απέκτησαν δύο κόρες: την Ρέα και την Έλλη.

Ο Νικόλαος Κ. Μακκάς (1875-1950), πρώτος εξάδελφος του Γεωργίου, ήταν ναύαρχος, πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, στη Μικρασιατική Εκστρατεία και στην συνέχεια ανέλαβε διάφορες διοικητικές θέσεις στο ναυτικό μεταξύ των οποίων και την αρχηγεία του στόλου. Παντρεύτηκε την Ελένη Ζλατάνου (κόρη της Αικατερίνης) και απέκτησαν τέσσερα παιδιά: την Ειρήνη (Ιρέν), τη Λίλιαν, την Αλεξάνδρα (Αλέκα) και τον Γρηγόριο.

[Πηγές σύνταξης βιογραφικού: εγκυκλοπαίδεια Ήλιος, υλικό του αρχείου, αρχείο Ρωξάνης Φέσσα]

Ματθαίος (Μαθιός) Ν. Μακκάς (1879-1965)
Δευτερότοκος γιος του Νικολάου και της Αργυρώς Μακκά, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1879. Σπούδασε Ιατρική στη Βιέννη και εργάστηκε ως επιμελητής σε Χειρουργικές Κλινικές στο Μπρεσλάου και στη Βόννη. Υφηγητής το 1912 στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, διετέλεσε διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής του «Ευαγγελισμού» (1914-1930) και στη συνέχεια του «Ερυθρού Σταυρού» (1930-1954), ενώ ήταν πρόεδρος της Διοικητικής Επιτροπής του νοσοκομείου. Παντρεύτηκε το 1927 την Δότη Βερροιοπούλου (1888-1966) με την οποία δεν απέκτησαν παιδιά.

Αλέξανδρος (Αλέκος) Ν. Μακκάς (1886-1967)
Τριτότοκος γιος του Νικολάου και της Αργυρώς Μακκά, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1886. Σπούδασε Φυσικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας (1902-1906) και Χημεία στο πανεπιστήμιο Μονάχου (1908-1914). Εργάστηκε στο χημικό εργαστήριο του υπουργείου Επισιτισμού (1917-1923) και ως διευθυντής στα εργοστάσια: «Κεραμεία Ζακύνθου» (1925-1929), στην «Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Βιομηχανικών Επιχειρήσεων Γύψου» στον Πειραιά (1929-1934), στην Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Εμπορίου Γεωργικών Προϊόντων (1934-1947). Εργάστηκε επίσης ως υπάλληλος από το 1947 και εντεύθεν στα Κλωστοΰφαντήρια Χαλκίδος, επιχείρηση του γαμπρού του Αντώνη Φωτιάδη. Ασχολήθηκε με τα γενεαλογικά διάφορων χιώτικων οικογενειών και της οικογένειας Μακκά. Πέθανε στην Αθήνα, στα 81 του χρόνια, το 1967.

Δέσποινα Ν. Μακκά (1892-1990)
Κόρη του Νικολάου και της Αργυρώς Μακκά, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1892. Παντρεύτηκε το 1922 τον Αντώνη Φ. Φωτιάδη. Είχε ευρεία εγκυκλοπαιδική μόρφωση και γνώριζε καλά εκτός από ελληνικά, γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά λίγα ιταλικά και ινδικά. Ήταν πρώτη εξαδέλφη του γλωσσολόγου Μανόλη Τριανταφυλλίδη και πίστεψε από πολύ νέα στο δημοτικισμό. Είχε ευχέρεια στο γράψιμο και τα τελευταία χρόνια της ζωής της έγραψε διάφορες αναμνήσεις από τη ζωή της (Ομηρία 1944), την οικογένειά της και τη ζωή των Ελλήνων στην Ινδία. Ήταν βενιζελική και ασχολήθηκε από νέα με φιλανθρωπικές δραστηριότητες. Το 1940-41 εργάστηκε ως εθελόντρια και ήταν υπεύθυνη για τα συσσίτια και την ψυχαγωγία των ασθενών. Ασχολήθηκε, όπως και ο αδελφός της Αλέκος, με τα γενεαλογικά της πατρικής και μητρικής της οικογένειας. Πέθανε 98 χρονών, στην Αθήνα το 1990.

[Τα βιογραφικά στοιχεία αντλήθηκαν από το υλικό του αρχείου. Τα γενεαλογικά και βιογραφικά στοιχεία στο αρχείο αφθονούν και αποτελούν το κυρίως περιεχόμενό του, ώστε οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει ανατρέξουν για πληρέστερες βιογραφικές πληροφορίες στο ίδιο το υλικό].

Μαυρογένη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Διακεκριμένη οικογένεια των Κυκλάδων που είχε τις ρίζες της στο Βυζάντιο και κατέληξε να εγκατασταθεί το 1715 στις Κυκλάδες. Γενάρχης ήταν ο Ιωάννης ή Τζάνης Μαυρογένης που εγκαταστάθηκε στη Πάρο, επιδόθηκε στο εμπόριο και έγινε πρόκριτος του νησιού. Δύο από τους γιούς του (Νικόλαος και Στέφανος) έφτασαν στο αξίωμα του δραγουμάνου του οθωμανικού στόλου. Απόγονος τους είναι και ο παππούς της Μαντώς Μαυρογένους, Δημήτριος Μαυρογένης, γενάρχης του μυκονιάτικου κλάδου της οικογένειας.
Αρκετά μέλη της οικογένειας πήραν μέρος στην Επανάσταση και αρκετά διατέλεσαν σε σημαντικές θέσεις στη σουλτανική αυλή.

Μαυροκορδάτου, οικογένεια

  • Οικογένεια
  • 1599 -

Η Οικογένεια Μαυροκορδάτου είναι σπουδαία φαναριώτικη οικογένεια πολιτικών και αποτελεί κλάδο της χιώτικης οικογένειας των Μαυρογορδάτων.
Αρχικά τα μέλη της ήταν εγκατεστημένα στην Κωνσταντινούπολη, όμως μετά την άλωση μετοίκησαν στη Χίο. Στα 1600 ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος επέκτεινε τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στην Κωνσταντινούπολη, στην οποία και εγκαταστάθηκε δημιουργώντας τον φαναριώτικο κλάδο της οικογένειας των Μαυροκορδάτων. Σύντομα τα μέλη της κατέλαβαν υψηλές θέσεις στην δημόσια διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις και στην επανάσταση του 1821.
Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας πολλοί Μαυροκορδάτοι ασχολήθηκαν με την πολιτική εκλεγόμενοι πρωθυπουργοί και βουλευτές, ενώ άλλοι διακρίθηκαν στις επιστήμες στελεχώνοντας το πρώτο πανεπιστήμιο της Ελλάδας. Ιδιαίτερο κλάδο μέσα στην οικογένεια αποτελεί αυτός που φέρει τα επίθετα Τομπάζη - Μαυροκορδάτου. Μέχρι σήμερα τα μέλη της οικογένειας Μαυροκορδάτου έχουν συνδεθεί με επιγαμίες με σημαντικές οικογένειες μεταξύ των οποίων: Μελά, Καλλιμάχη, Βαλαωρίτη, Τομπάζη, Σούτσου, Μουρούζη, Ζαΐμη, Αργυρόπουλου, Ράινεκ, Τρικούπη, Καρατζά, Γκίκα, Λεβίδη, Σκυλίτση, Συγγρού, Μάνου, Μπαλς, Σίνα κ.α.

Μαυρομιχάλη, οικογένεια

  • Οικογένεια

Πολυπρόσωπη και πολύκλαδη, η οικογένεια Μαυρομιχάλη ήταν μία από τις παλαιότερες και ισχυρότερες στη Μάνη, με μέλη πολιτικούς και στρατιωτικούς που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στα προεπαναστατικά γεγονότα και είχαν σημαντική δράση στα χρόνια της Επανάστασης, αλλά και στην πολιτική ζωή του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Στο αρχείο του ΕΛΙΑ Αθήνας υπάρχουν έγγραφα που αναφέρονται σε μέλη μεταγενέστερων γενεών.

Ο Πέτρος Μαυρομιχάλης, γιός του Κυριακούλη, ακολούθησε το στρατιωτικό επάγγελμα. Όντας ανθυπασπιστής, πήρε μέρος στην επανάσταση του 1843. Τα επόμενα χρόνια (1844-1847), κλήθηκε να καταστείλει διάφορες στάσεις στην περιοχή της Λακωνίας, και υπήρξε αρχηγός του Λακωνικού σώματος στην Εύβοια το 1848. Από το 1847 εκλεγόταν βουλευτής Οιτύλου.

Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης (Αθήνα, 1850 - 1916) ήταν γιος του Πέτρου. Πρωτοεκλέχτηκε βουλευτής Οιτύλου το 1879. Υπουργός Εσωτερικών (1895 - 1897, 1902 - 1903, 1905), Στρατιωτικών (1904 - 1905), μετά τη δολοφονία του Δεληγιάννη έγινε αρχηγός του “Εθνικού Κόμματος" (τμήματος του παλιού δεληγιαννικού) και ύστερα από την επανάσταση στο Γουδί ορκίστηκε πρωθυπουργός (Αύγουστος 1909). Παραιτήθηκε τον Ιανουάριο του 1910 διαφωνώντας με τους στρατιωτικούς.

Ο Πέτρος Κυριακούλη Μαυρομιχάλης υπήρξε πολιτικός και το 1946 ήταν υπουργός Στρατιωτικών.

Υλικό υπάρχει και για άλλα πρόσωπα όπως για: τον Πετρόμπεη και Λεωνίδα Μαυρομιχάλη, την Λίνα Μαυρομιχάλη (σύζυγο του πρωθυπουργού Κυριακούλη), τον Πέτρο Αντωνίου Μαυρομιχάλη (βουλευτή), την Ασπασία Μαυρομιχάλη (σύζυγο Ιωάννου Ράλλη, πρωθυπουργού επί Κατοχής) και τον γιο τους Δημήτριο Ιωάννου Ράλλη.

Μεγαπάνου / Μαυρομμάτη, οικογένειες

  • Οικογένεια

Η οικογένεια Μαυρομμάτη από την Κατούνα ήταν από τις πιο παλιές και σημαντικές της περιοχής. Με καταγωγή από την Κων/πολη, η οικογένεια είχε καταφύγει στην Αχαΐα και από εκεί εγκαταστάθηκε στην Κατούνα της Ακαρνανίας.

  • Ο Γεώργιος (1771-1836), γιος του γενικού προεστού Κάρλελι, Μήτσου Μαυρομμάτη, που κατεδιώχθη και δολοφονήθηκε από τον Αλή πασά διετέλεσε μέλος της Γερουσίας και πληρεξούσιος στις Συνελεύσεις Επιδαύρου, Τροιζήνος, Άργους. Χρημάτισε υπουργός Οικονομικών το 1827 και έκτακτος επίτροπος Δυτικών Σποράδων και κατόπιν της Αχαΐας. Το 1835 διορίστηκε σύμβουλος Επικρατείας. Πέθανε στην Αθήνα το 1836.

  • Ο Αναστάσιος ή Τατσέλος (1814-1896) ήταν γιος του Γεωργίου και σπούδασε νομικά. Εργάστηκε ως γραφέας στα υπουργεία Οικονομικών και Εκκλησιαστικών (1834, 1837), βοηθός υποτελωνείου Κατακώλου (1841), γραμματέας διοικήσεως Γορτυνίας (1844), γραμματέας των υπουργείων Εσωτερικών και Οικονομικών (1844, 1855-1861). Στο διάστημα 1863-1878 διετέλεσε νομάρχης Αττικής και Βοιωτίας, Αργολίδος, Φθιώτιδος και Φωκίδος, Αχαΐας, Κεφαλληνίας, Αρκαδίας, Κυκλάδων, Λακωνίας καθώς και διευθυντής Αστυνομίας Αθηνών και Πειραιώς (1864). Εξελέγη επανηλειμμένα πληρεξούσιος της εν Αθήναις Β΄Εθνικής Συνελεύσεως. Το 1886 τιμήθηκε με τον Σταυρό των Ταξιαρχών του Τάγματος του Σωτήρος, ενώ το 1889 συνταξιοδοτήθηκε. Πέθανε άγαμος το 1896.

-Ο Επαμεινώνδας Μεγαπάνος, γιος του Γαλάνη, παντρεύτηκε την Καλλιόπη το γένος Νικολάου Παπανικολή, στη Σύρο το 1882. Το 1885, χρονιά που του απονέμεται ο Αργυρός Σταυρός Ιπποτών Τάγματος Σωτήρος, τον βρίσκουμε διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας στο Αίγιο.

Αποτελέσματα 1 έως 100 από 195