Εμφανίζει 8449 αποτελέσματα

Καθιερωμένη εγγραφή

Χαλεπάς, Γιαννούλης

  • 1851 – 1938

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς γεννήθηκε στις 24 Αυγούστου 1851 στον Πύργο της Τήνου. Η οικογένειά του είχε παράδοση στην επεξεργασία του μαρμάρου, αφού ο πατέρας του, Ιωάννης Χαλεπάς, είχε μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις μαρμαρογλυπτικής, με δραστηριότητα και παραρτήματα στην Τήνο, τη Σύρο, τον Πειραιά, τη Ρουμανία και τα παράλια της Μικράς Ασίας.

Η αγάπη του για την τέχνη εκδηλώθηκε από τα σχολικά του χρόνια, ο πατέρας του όμως τον έστειλε στη Σύρο, για να εργαστεί σαν υπάλληλος σε εμπορικό. Παρόλα αυτά ο Γιαννούλης επέμενε να σπουδάσει γλυπτική. Έτσι, το 1869 η οικογένεια του μετακόμισε στην Αθήνα. Ο Γιαννούλης γράφτηκε στο Σχολείον των Τεχνών και, ως το 1872, σπούδασε ζωγραφική κοντά στον Νικηφόρο Λύτρα και γλυπτική κοντά στον Λεωνίδα Δρόση. Από τα αρχεία της Σχολής φαίνεται ότι το 1871 κέρδισε το τρίτο βραβείο προτομών στο τμήμα της ζωγραφικής και το πρώτο βραβείο κοσμηματογραφίας στο τμήμα γλυπτικής. Το καλοκαίρι του 1872, με υποτροφία του Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας της Τήνου, πήγε στο Μόναχο, όπου, την 1η Νοεμβρίου, γράφτηκε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών και σπούδασε κοντά στον Μαξ φον Βίντνμαν (Max von Widnmann). Κατά τη διάρκεια των σπουδών του βραβεύτηκε σε διαγωνισμούς της Σχολής, ενώ αναφέρεται ότι το γύψινο πρόπλασμα του έργου Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα κέρδισε το χρυσό μετάλλιο σε έκθεση. Η υποτροφία του όμως έληγε τον Μάρτιο του 1875 και, παρά τις προσπάθειες και τα διαβήματα των καθηγητών του, δεν δόθηκε παράταση. Για ένα διάστημα κατόρθωσε να παραμείνει στο Μόναχο με τη βοήθεια του φίλου του, μετέπειτα ιστορικού Γεώργιου Κωνσταντινίδη, το καλοκαίρι όμως του 1875 επέστρεψε στην Αθήνα. Το 1876 η Επιτροπή του Ιδρύματος της Ευαγγελίστριας πρότεινε να του δοθεί υποτροφία για τη Ρώμη, ώστε να ολοκληρώσει τις σπουδές του, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Μετά την επιστροφή του, και μέχρι το 1878, δημιούργησε τρία από τα σημαντικότερα έργα της πρώτης δημιουργικής του περιόδου: τον Σάτυρο που παίζει με τον έρωτα (1877), που παρουσίασε το 1875 σε γύψο στην έκθεση των Ολυμπίων στην Αθήνα και το 1878 σε μάρμαρο στην Παγκόσμια έκθεση στο Παρίσι, την Κοιμωμένη (1878) στον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη, στο Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας και το Κεφάλι σατύρου (1878).

Το 1878 εκδηλώθηκαν τα πρώτα συμπτώματα αποκλίνουσας συμπεριφοράς, η οποία οδήγησε στον εγκλεισμό του στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας στις 4 Ιουλίου 1888, ως «πάσχοντα από άνοιαν». Στο ψυχιατρείο παρέμεινε ως τις 6 Ιουνίου 1902, οπότε η μητέρα του, που ήταν πάντα αντίθετη στον εγκλεισμό του, τον πήγε πίσω στην Τήνο. Ο πατέρας του είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο.

Από τη μακροχρόνια παραμονή του Χαλεπά στο ψυχιατρείο το μόνο που σώζεται είναι ένα μικροσκοπικό κεφάλι ανδρικής μορφής από πηλό, δεν γνωρίζουμε όμως αν ήταν μια μεμονωμένη εκδήλωση δημιουργικής διάθεσης ή αποτέλεσμα μιας συστηματικότερης ενασχόλησης με την τέχνη. Η μορφή αυτή, δουλεμένη εντελώς λιτά, με το πρόσωπο ακατέργαστο και εν μέρει παραμορφωμένο, θα μπορούσε ίσως να χαρακτηριστεί μια τραγική αυτοπροσωπογραφία του.

Τον Απρίλιο του 1902, λίγους μήνες πριν την έξοδό του από το ψυχιατρείο, ο Ξενοφών Σώχος επανέφερε τον Χαλεπά στο προσκήνιο με άρθρο του στο περιοδικό Πινακοθήκη. Πρόκειται πιθανότατα για το πρώτο άρθρο που γράφτηκε για τον γλύπτη μετά το 1878. Το περιοδικό επανήλθε τον Μάιο του ίδιου χρόνου, με ιδιαίτερη αναφορά στην Κοιμωμένη στο Α΄ νεκροταφείο. Τον Αύγουστο, και ενώ ο Χαλεπάς είχε βγει από το ψυχιατρείο, η Πινακοθήκη πληροφορούσε για την κατάστασή του, ενώ τον επόμενο χρόνο δημοσίευσε φωτογραφίες έργων του.

Μετά την έξοδό του από το ψυχιατρείο ο Χαλεπάς ζούσε κλεισμένος στον εαυτό του, σε μεγάλη ανέχεια και κάτω από την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του. Καθώς δεν είχε χάσει τη δημιουργική του διάθεση, έπλαθε έργα σε πηλό, τα κατέστρεφε όμως είτε ο ίδιος είτε η μητέρα του, που θεωρούσε τη γλυπτική υπαίτια για την ασθένειά του. Η κατάστασή του την περίοδο εκείνη περιγράφεται σε διάφορα δημοσιεύματα.

Το 1905 τον επισκέφθηκε στην Τήνο ο γλύπτης Λάζαρος Σώχος, ο οποίος φιλοτέχνησε και ένα μετάλλιο με τη μορφή του και την επιγραφή Πάνορμος / 1905, και το 1914 ο γλύπτης Αντώνης Σώχος. Το 1915 ο Θεόδωρος Βελλιανίτης δημοσίευεσε μια σειρά άρθρων στην εφημερίδα Αθήναι (25/1/1915, 27/1/1915, 4/2/1915, 5/2/1915).

Το 1916 έφυγε από τη ζωή η μητέρα του. Ο θάνατός της φαίνεται ότι ήρθε σαν λύτρωση, αφού, μετά από μια φημολογούμενη υποτροπή της ασθένειας του, από το 1918 ο Χαλεπάς άρχισε και πάλι να εργάζεται, φιλοτεχνώντας ως το θάνατό του ένα σημαντικό αριθμό έργων. Το ύφος του όμως πλέον έχει αλλάξει δραματικά. Ενστικτώδες και αυθόρμητο, επικεντρωμένο στην ουσία και απελευθερωμένο από τα διδάγματα της Ακαδημίας, εκφράζει τον ψυχισμό του και αποτυπώνει τα προσωπικά του βιώματα.

Το 1922, με εντολή του υπουργείου Παιδείας και της Διεύθυνσης του Ε.Μ.Π., τον επισκέφθηκε ο γλύπτης Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, προκειμένου να εκτιμήσει το έργο του. Ο Θωμόπουλος συνέταξε ένα κατάλογο έργων του και έβγαλε ορισμένα εκμαγεία. Το 1924 τον επισκέφθηκε ο διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης Ζαχαρίας Παπαντωνίου, που περιγράφει την επίσκεψή του αυτή τρία χρόνια αργότερα σε άρθρο του στο περιοδικό Νέα Εστία. Την ίδια χρονιά τον επισκέφθηκε και ο διευθυντής του περιοδικού Πινακοθήκη Δ.Ι. Καλογερόπουλος, ο οποίος περιγράφει τη συνάντησή τους σε άρθρο του στο περιοδικό.

Το 1925 οργανώθηκε η πρώτη έκθεσή του στην Ακαδημία Αθηνών με έργα που είχαν μεταφερθεί σε γύψο μετά και την επίσκεψη του Θωμά Θωμόπουλου, ενώ στις 25 Μαρτίου 1927 του απονεμήθηκε το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών από την Ακαδημία Αθηνών. Το 1928 ο εκδότης του περιοδικού Φραγκέλιο Νίκος Βέλμος, που τον είχε επισκεφθεί τον προηγούμενο χρόνο στην Τήνο, οργάνωσε έκθεση γλυπτών και σχεδίων του στο Άσυλον Τέχνης. Με αφορμή την έκθεση, τα Φύλλα Τέχνης του Φραγκέλιου κυκλοφόρησαν με ένα τεύχος αφιερωμένο στον Χαλεπά, το οποίο του έστειλε ο Βέλμος, μαζί με μια πολύ θερμή επιστολή.

Στις 24 Αυγούστου 1930 η ανιψιά του Ειρήνη τον έφερε στην Αθήνα, όπου έζησε τα τελευταία οκτώ χρόνια της ζωής του σε ένα γαλήνιο οικογενειακό περιβάλλον στο σπίτι του Βασίλη και της Ειρήνης Χαλεπά, στην οδό Δαφνομήλη 35. Ως το τέλος εργαζόταν εντατικά, ενώ λάμβανε και παραγγελίες. Στο αρχείο του υπάρχουν έγγραφα, επιστολές και φωτογραφίες για την εκτέλεση προτομής και αναγλύφου του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Εμμανουήλ Τσουδερού, επιτύμβιου αναγλύφου της Κλεοπάτρας Τούμπα, κόρης της Μερόπης Τούμπα, επιτύμβιου αγγέλου για τον τάφο Πολίτη. Έργα που προέρχονται από παραγγελίες που έλαβε μετά την εγκατάστασή του στην Αθήνα περιλαμβάνονται επίσης σε χειρόγραφο κατάλογο έργων του από τον Στρατή Δούκα.

Από τα πρώτα μέρη που επισκέφθηκε μόλις ήρθε στην Αθήνα ήταν το Α΄ Νεκροταφείο, για να δει την Κοιμωμένη. Πήγε ακόμη στην Ακρόπολη και στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Ο ερχομός του στην Αθήνα κινητοποίησε τους καλλιτεχνικούς και πνευματικούς κύκλους. Ο δημοσιογράφος Κώστας Καλαντζής ήταν από τους πρώτους που τον επισκέφθηκαν, δημοσιεύοντας τη συνομιλία που είχε μαζί του στην εφημερίδα Ελληνική στις 30 και 31 Αυγούστου 1930. Τα επόμενα χρόνια τιμητικές εκδηλώσεις, απονομές και εκθέσεις του χάρισαν την αναγνώριση. Στις 10 Ιουνίου 1934 η Λαογραφική και Ιστορική Εταιρεία Κυκλαδικού Πολιτισμού και Τέχνης τον εξέλεξε επίτιμο μέλος της, ενώ στις 18 Νοεμβρίου 1934 εορτάστηκε η 80ετηρίδα του και του απονεμήθηκε αναμνηστικό μετάλλιο. Στις 18 Αυγούστου 1934 ανακηρύχθηκε επίτιμος πρόεδρος της Ένωσεως «Ελεύθεροι Καλλιτέχναι». Το 1935 παρουσίασε την Αναπαυομένη σε έκθεση που διοργάνωσε η Ένωση στον Παρνασσό. Τον Αύγουστο του 1936 συμμετείχε στην Α΄ Παγκυκλαδική Έκθεση στη Σύρο και του απονεμήθηκε τιμητικό μετάλλιο.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 1938 ο Γιαννούλης Χαλεπάς έφυγε από τη ζωή. Με τη διαθήκη του, άφησε τα υπάρχοντά του στον ανιψιό του Βασίλειο Χαλεπά, γιο του αδελφού του Νικόλα, και στη γυναίκα του Ειρήνη, κοντά στους οποίους έζησε τα τελευταία οκτώ χρόνια της ζωής του.

Χαλκιοπούλου, Μαρία

  • Φυσικό Πρόσωπο

Η Μαρία Χαλκιοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε φιλολογία και ξένες γλώσσες (γαλλική, γερμανική).

Χαριτάτος, Μάνος

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 1944 - 2012

Ο Μάνος Χαριτάτος γεννήθηκε το 1944 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Το 1953, η οικογένεια Χαριτάτου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ο Μάνος ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του στο Κολέγιο και στη συνέχεια φοίτησε στο Οικονομικό Τμήμα της Νομικής Σχολής Αθηνών.
Τη δεκαετία του 1960, μαζί με τον φίλο του ιστορικό Δημήτρη Πόρτολο, ο Μάνος Χαριτάτος άρχισε να συλλέγει αρχεία, έντυπα και άλλα τεκμήρια. Το 1980 ίδρυσαν το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο. Χάρη στο πάθος τους για τη νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία και λογοτεχνία, στο ΕΛΙΑ διασώθηκαν αρχεία ιστορικών προσωπικοτήτων και λογοτεχνών, σπάνια βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες, φωτογραφίες, χάρτες, παρτιτούρες, θεατρικά προγράμματα, αντικείμενα, εφήμερο υλικό. Υπερβαίνοντας, ωστόσο, τον ρόλο του «μανιώδους συλλέκτη», ο Μάνος Χαριτάτος επέλεξε εξαρχής τη δημιουργία ενός φορέα ανοιχτού στην έρευνα και προσέφερε έτσι ανεκτίμητη υπηρεσία στην ιστορική γνώση, που εντέλει συμβάλλει στην εθνική μας αυτογνωσία.
Μέχρι τον θάνατό του, στις 27 Δεκεμβρίου του 2012, ο Μάνος υπήρξε η ψυχή και η κινητήρια δύναμη του ΕΛΙΑ και παραμένει πηγή έμπνευσης για τους φίλους και τους συνεργάτες του.

Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο

  • Νομικό Πρόσωπο
  • 1981-

Το 1981 ιδρύεται το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο σύμφωνα με το άρθρο 9 του νόμου 1894/90 και όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του νόμου 1966/91. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή παύση της λειτουργίας της Σχολής, η οποία είχε ολοκληρώσει ένα κύκλο μακρόχρονης και σημαντικής προσφοράς τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην ελληνική οικογένεια, ιδιαίτερα στην αγροτική.

Χαροκόπειος Σχολή

  • Νομικό Πρόσωπο

Η διαδικασία ίδρυσης της Σχολής απέβη χρονοβόρος, λόγω της εμπλοκής της κρατικής γραφειοκρατίας. Η επιμονή τελικά του Π. Χαροκόπου αλλά και η στήριξη της κοινής γνώμης και του τύπου οδήγησαν σε αίσιο αποτέλεσμα.

Το 1908 συντάσσεται το καταστατικό, ο κανονισμός και το πρόγραμμα της σχολής, όπου ρυθμίζονται με κάθε λεπτομέρεια τα θέματα της διοίκησης, της λειτουργίας, του εκπαιδευτικού έργου και των οικονομικών της Σχολής. Ειδικότερα και ενδεικτικά αναφέρονται τα εξής:
Η σχολή τίθεται «υπό την υψηλήν προστασίαν και ανωτάτην εποπτείαν και διοίκησιν της Α.Β.Υ. της Πριγκηπίσσης Σοφίας». Περιλαμβάνει τρία τμήματα: ένα Οικοκυρικό με σκοπό την κατάρτιση της οικοδέσποινας, ένα Επαγγελματικό με σκοπό την κατάρτιση για βιοποριστικό επάγγελμα και ένα τμήμα «προς ειδική μόρφωση υπηρετριών». Επίσης, προβλέπεται η λειτουργία απογευματινών μαθημάτων για τις εργαζόμενες γυναίκες και η ίδρυση διδασκαλείου για τη δημιουργία διδασκαλισσών του κλάδου. Η διοίκηση της σχολής ανατίθεται σε δύο σώματα, ένα πενταμελές Διοικητικό Συμβούλιο, αρμόδιο για τα οικονομικά του Ιδρύματος και μία εξαμελή Κοσμητεία, η οποία «επισκοπεί ειδικώς τα της διδασκαλίας, αγωγής και διαίτης εν γένει των εν τη Σχολή διδασκομένων». Η διεύθυνση της Σχολής ανατίθεται σε μια διευθύντρια και μια υποδιευθύντρια. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό διακρίνεται σε «εσωτερικό» (δασκάλες) και «εξωτερικό» (και τα δύο φύλα). Επίσης, ορίζεται η ύπαρξη οικονόμου, ιματιοφύλακα, υπηρετικού προσωπικού, ιατρού και νοσοκόμου. Οι μαθήτριες διακρίνονται σε «εσωτερικές» («συσσίτους»), που διαμένουν στο οικοτροφείο, «ημισυσσίτους» και «εξωτερικές». Παρέχεται δωρεάν φοίτηση στα τμήματα που απευθύνονται στις οικονομικά ασθενέστερες τάξεις, διευκόλυνση στη φοίτηση μαθητριών που προέρχονται από φτωχές οικογένειες αλλά και χορήγηση υποτροφιών. Αυτό είναι συνδεδεμένο με την εξασφάλιση των οικονομικών πόρων της Σχολής. Ο Π. Χαροκόπος εξασφάλισε οικονομική αυτοδυναμία της Σχολής του, γεγονός που τη διαφοροποιούσε από άλλες Σχολές που είχαν γίνει στην Ελλάδα και συνετέλεσε καθοριστικά στην διατήρηση και εξέλιξή της στο μέλλον. Σύμφωνα με το καταστατικό, ορίζονται 40.000 δρχ. ετησίως (στη διαθήκη αυξήθηκε το ποσό σε 50.000 δρχ.), ως κληροδότημα του ιδρυτή, ο οποίος «διέθετε εσαεί» και άλλες 6.000 δρχ. ετησίως. Ως επιπλέον πόροι της σχολής ορίζονται και «τα εισπραττόμενα τροφεία και δίδακτρα» από τις εσωτερικές και εξωτερικές μαθήτριες, δωρεές και συνδρομές ομογενών, επιχορηγήσεις εκ μέρους του Δημοσίου και των Δήμων και έσοδα από τις πωλήσεις εργόχειρων και εδεσμάτων που θα κατασκευάζονται από τις μαθήτριες της Σχολής.

Η ανέγερση του κτιρίου της «Χαροκοπείου Σχολής» γίνεται υπό την επίβλεψη του αδελφού του Π. Χαροκόπου, Σπυρίδωνα, μετά από σχετικό βασιλικό διάταγμα «περί εγκρίσεως της ανεγέρσεως κλπ της Χαροκοπείου Οικοκυρικής και Επαγγελματικής Σχολής των θηλέων» που εκδίδεται στις 28 Φεβρουαρίου 1914 (ΦΕΚ 53/τ.Α΄/4-3-1914). Πρόκειται για ένα διώροφο κτίριο με υπόγειο, στο οποίο υπήρχαν, κυρίως εργαστήριο χημείας, μαγειρείο, τραπεζαρία, αποθήκες, πλυντήριο και δωμάτιο υπηρεσίας. Στο ισόγειο λάμβανε χώρα η διδασκαλία και ο όροφος χρησίμευε ως οικοτροφείο. Οι διαδικασίες έχουν διάρκεια από το 1915 έως το 1920. Το Μάρτιο του 1926 το προσφυγικό ορφανοτροφείο θηλέων «Εθνική Στέγη», αυτοτελές σωματείο αναγνωρισμένο από το κράτος, το οποίο στεγαζόταν και λειτουργούσε στο Χαροκόπειο ίδρυμα παρέχοντας πλήρη δημοτική μόρφωση, υπέβαλε στον Υπουργό Παιδείας αίτημα συγχώνευσης με το Χαροκόπειο ίδρυμα ώστε να καταστεί δυνατή η λειτουργία και του Οικοκυρικού διδασκαλείου και της Οικοκυρικής Σχολής.

Από τα τρία τμήματα που προβλέπονταν στο νέο καταστατικό της Σχολής, Οικοκυρικό, Επαγγελματικό και Διδασκαλείο λειτούργησε για οικονομικούς λόγους μόνο το τελευταίο, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Η λειτουργία του ξεκίνησε το 1929 σύμφωνα με το νόμο 4360/1929 «περί ιδρύσεως Διδασκαλείου Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως» (ΦΕΚ, 290/τ.Α΄/ 17-8-1929). Η φοίτηση στο Διδασκαλείο ήταν τριετής, βρισκόταν υπό την εποπτεία του υπουργού Παιδείας και ελεγχόταν από διοικητικό συμβούλιο, εκπαιδευτικό συμβούλιο και εκπαιδευτικούς επιθεωρητές σύμφωνα με το διάταγμα «περί καθορισμού των εν τω Χαροκοπείω Διδασκαλείω Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως διδασκομένων μαθημάτων, κατανομής της διδακτέας ύλης κλπ» που εκδόθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1930 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 394/ τ. Α΄ /17-12-1930. Μπορούσαν να φοιτήσουν μόνο οι απόφοιτες της τετάρτης τάξης του παλαιού Γυμνασίου σύμφωνα με το διάταγμα «περί τρόπου προαγωγής κλπ. των μαθητριών του Διδασκαλείου Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως» που εκδόθηκε στις 22 Ιουλίου 1930 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 256/ τ. Α΄ /29-7-1930. Το Χαροκόπειο Διδασκαλείο ανέδειξε ηγετικές φυσιογνωμίες του κλάδου, όπως οι εκπαιδευτικοί Μαριάνθη Ματσούκη και Ελένη Σδριν, που υπήρξαν και διευθύντριες της, από το 1933, Ανωτέρας Χαροκοπείου Σχολής. Το 1931 η Σχολή αποκτά δημόσιο χαρακτήρα και αρχίζει να λειτουργεί σύμφωνα με τα αναλυτικά προγράμματα που καθόριζε το Υπουργείο Παιδείας ενώ οι απόφοιτες είχαν δικαίωμα διορισμού στη δημόσια εκπαίδευση. Τότε απεφοίτησαν εκατόν σαράντα δασκάλες της Οικοκυρικής για την Ελλάδα. Όμως λόγω της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας, το κράτος δεν ήταν δυνατόν να προβεί σε διορισμούς. Συνεπώς, η διεύθυνση της Σχολής με τη συγκατάθεση του Υπουργείου Παιδείας ανέστειλε τη λειτουργία του διδασκαλείου με σκοπό να μη δημιουργηθεί μια νέα τάξη ανέργων.

Το 1933 η σχολή ονομάζεται «Χαροκόπειος Ανωτέρα Οικοκυρική Σχολή» (ΧΑΟΣ), τριετούς φοιτήσεως, σύμφωνα με το νόμο 6205/ 1934 «περί μετατροπής εις Ανωτέραν Οικοκυρική Σχολή του Διδασκαλείου Οικοκυρικής Εκπαιδεύσεως» (ΦΕΚ 242/ τ. Α΄/ 27-7-1934). Το 1937 προστέθηκε σε αυτή και ένα διτάξιο διδασκαλείο οικοκυρικής εκπαιδεύσεως. Προϋπόθεση για τη φοίτηση αποτελεί «το ενδεικτικό προαγωγής εκ της δευτέρας τάξεως του εξαταξίου Γυμνασίου ή πρακτικού λυκείου ή ημιγυμνασίου» σύμφωνα με το διάταγμα «περί εγγραφών και εισιτηρίων εξετάσεων εν τη Χαροκοπείω Ανωτέρα Οικοκυρική Σχολή Καλλιθέας» που εκδόθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1934 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 407/τ.Α΄/22-11-1934. Τα μαθήματα που διδάσκονται διακρίνονται σε θεωρητικά και πρακτικά αλλά και σε οικοκυρικά και γενικά, όπως Μαγειρική, Διαιτητική, Οικιακή Οικονομία, Διακοσμητική, Ανθοκομία, Χημεία, Φυσική, Υγιεινή, Λογιστική, Νεοελληνική και ξένη λογοτεχνία, ξένες γλώσσες κλπ. Ο στόχος ήταν να εφοδιαστούν οι μαθήτριες της Σχολής όχι μόνο με τα προσόντα της καλής νοικοκυράς αλλά και με την απαραίτητη διοικητική ικανότητα ώστε να μπορούν να στραφούν προς άλλα επαγγέλματα της αγοράς αν χρειαζόταν.

Το 1951 η σχολή ονομάζεται «Χαροκόπειος Ανωτάτη Σχολή Οικιακής Οικονομίας» (ΧΑΣΟΟ), στην ουσία Ανωτέρα Σχολή τριετούς φοιτήσεως, με σκοπό τη μόρφωση καθηγητριών Οικιακής Οικονομίας, σύμφωνα με το νόμο 1785 «περί ιδρύσεως και λειτουργίας Ανωτάτης Σχολής Οικιακής Οικονομίας και τροποποιήσεως του νόμου 6205/1934» (ΦΕΚ 124/τ. Α΄/25-4-1951) Η λειτουργία της ανεστάλη κατά τα ακαδημαϊκά έτη 1978-1980 και επαναλειτούργησε μετά από ενέργειες της οικογένειας Χαροκόπου και του Συνδέσμου των καθηγητριών Οικιακής Οικονομίας, το 1981.

Το 1981 ιδρύεται το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο σύμφωνα με το άρθρο 9 του νόμου 1894/90 και όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του νόμου 1966/91. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή παύση της λειτουργίας της Σχολής, η οποία είχε ολοκληρώσει ένα κύκλο μακρόχρονης και σημαντικής προσφοράς τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην ελληνική οικογένεια, ιδιαίτερα στην αγροτική.

Χαροκόπος, Παναγής, Α.

  • Φυσικό Πρόσωπο

Ο Παναγής Χαροκόπος, ιδρυτής της «Χαροκοπείου Οικοκυρικής και Επαγγελματικής Σχολής των Θηλέων», όπως αρχικά είχε ονομαστεί στο καταστατικό ίδρυσης, γεννήθηκε το 1835, στην Κεφαλλονιά, μέλος μιας πολυμελούς αγροτικής οικογένειας. Ο ίδιος ανήκει σ’ εκείνους τους ελάχιστους Έλληνες οραματιστές που, στο πλαίσιο ενός πνεύματος ευεργετισμού και φιλοπατρίας, στήριξαν οικονομικά το αδύναμο νεοελληνικό κράτος και που παραμένουν σχετικά άγνωστοι στο ευρύτερο κοινό. Νεωτεριστής με ευρωπαϊκό προσανατολισμό και φιλελεύθερο πνεύμα, ο Χαροκόπος αγάπησε και υπηρέτησε τη πατρίδα, ενισχύοντας την εκπαίδευση. Η απόφασή του να κάνει δωρεά μια τέτοια σχολή στο κράτος ήταν προϊόν του ανήσυχου και δημιουργικού του πνεύματος, της διάθεσής του να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο και στην πατρίδα του καθώς και της τάσης της εποχής στον τομέα αυτό. Υπήρχαν ήδη ανάλογες σχολές στην Ευρώπη (Ελβετία, Βουλγαρία, Ρουμανία) αλλά και στην Ελλάδα, «Οικοκυρική και Επαγγελματική Σχολή της Ενώσεως Ελληνίδων», κατά τα πρότυπα των οποίων ο ίδιος ήθελε και προσπάθησε να οργανώσει και τη δική του, τόσο στο περιεχόμενο των σπουδών όσο και στο σχεδιασμό του κτιριακού συγκροτήματος της Σχολής και του περιβάλλοντος χώρου, τον οποία επιμελήθηκε ο αρχιτέκτονας Αναστάσιος Μεταξάς, δημιουργός του Παναθηναϊκού Σταδίου και του Σκοπευτηρίου. Χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος: «….από πολλού σκέπτομαι να προβώ εις την σύστασιν και διατήρησιν επαγγελματικού σχολείου, ομοίου προς τα εν Ευρώπη και δη εν Βερολίνω λειτουργούντα τοιαύτα, του οποίου υπάρχει έλλειψις εις τον τόπο μας». Επίσης, «Ζητώ με τρία λόγια να κάμω οικοκυράς, που να διοικούν μεθοδικά το σπίτι των, συζύγους που να είνε σύντροφοι και μανάδες που να αγαπούν έξυπνα». Είναι αξιοσημείωτο να αναφερθεί σχετικό άρθρο της Ακρόπολις, στις 7 Νοεμβρίου του 1908, όπου από τα λόγια του ίδιου του Π. Χαροκόπου φαίνεται η μεγάλη εθνική σημασία της Χαροκοπείου Σχολής. Ειδικότερα: «Δεν θέλω να έχωμεν μορφωμένες δούλες και αμόρφωτες κυράδες». «Μία από τας δυστυχίας του έθνους μας ομολογουμένως είνε και η Ελληνίς. Η οποία διατρέχει τον σοβαρόν κίνδυνον να γίνη έκφυλος εις την ανωτέραν τάξιν, άμυαλη εις την μεσαίαν τάξιν, κτήνος εις την τελευταίαν τάξιν». « Αι Ελληνίδες θα μορφώσουν τους Έλληνας και των Ελληνίδων την μόρφωσιν θα την συμπληρώση αυτή η Σχολή την οποίαν εφαντάσθη ο Χαροκόπος».

Χαρτοποιία «Η Κέρκυρα»

  • Νομικό Πρόσωπο
  • 1913-1962 (;)

Το 1922 ιδρύεται με μορφή Ανώνυμης Εταιρείας και αρχικό κεφάλαιο ενός εκατομμυρίου δραχμών η χαρτοποιία «Κέρκυρα» και πέντε χρόνια αργότερα το ανεβάζει σε τρία εκατομμύρια. Πιθανόν η εταιρεία προϋπήρχε και άλλαξε νομική μορφή το 1922, καθώς στο Ιστορικό Αρχείο της Εθνικής Τράπεζας υπάρχει φάκελος με τίτλο Α.Ε. Χαρτοποιίας «Η Κέρκυρα» για την περίοδο 1913-1921 και χωριστός με τον ίδιο τίτλο για την περίοδο 1924-1959.
Το εργοστάσιο λειτουργεί στο Κεφαλόβρυσο (στο λιβάδι του Ρόπα, απέναντι από το βενζινάδικο στη διασταύρωση προς Έρμονες) και το 1936 απασχολεί 70 εργάτες και 4 υπαλλήλους. Τα γραφεία της Εταιρείας όμως είναι κοντά στο λιμάνι, στην παραλία του Μαντουκιού, στην οδό Ξενοφώντος Στρατηγού 56α. Η ετήσια παραγωγή (χαρτιά περιτυλίγματος, χαρτόνια κυτιοποιίας, χαρτόνια υποδηματοποιίας) φτάνει τους 1500 τόνους και διανέμεται σε όλη τη χώρα, ενώ η πρώτη ύλη εισάγεται από Γερμανία, Αγγλία και Σουηδία (δεδομένα του 1936). Χρησιμοποιεί μια ατμομηχανή 60 ίππων και δύο γκαζομηχανές των 70 και 220 ίππων.
Στην καταλογογράφηση του Εργατικού Κέντρου υπάρχουν αναφορές στην Χαρτοποιία για τα έτη 1953 και την περίοδο 1959-1967, ωστόσο, σύμφωνα προφορικές μαρτυρίες η λειτουργία της Χαρτοποιίας «Κέρκυρα» πρέπει να σταμάτησε στα 1960 με 1962. Το κτίριο με την χαρακτηριστική του καμινάδα σώζονταν μέχρι πριν λίγα χρόνια, οπότε κατεδαφίστηκε.

Χαρτοποιία Ε. Γ. Λαδόπουλου Α.Ε.

  • Νομικό Πρόσωπο
  • 1928 - 1991

Ιστορική χαρτοβιομηχανία της Πάτρας που ιδρύθηκε το 1928 από τον Σμυρνιό Ευάγγελο Λαδόπουλο και η οποία στα χρόνια της ακμής της τη δεακετία του 60 ήταν η μεγαλύτερη χαρτοβιομηχανία των Βαλκανίων.

Χαρτουλάρη, Φανή

  • Φυσικό Πρόσωπο

Η Φανή Χαρτουλάρη (Αθήνα 1915 - ;) του Αναστασίου ήταν εθελόντρια του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Έλαβε το απολυτήριο Γυμνασίου το 1934 και τον επόμενο χρόνο έλαβε το Cours Superieur de Jeunes Filles του Institut Superieur d' Etudes Francaises. Το 1936 κατατάχθηκε εθελόντρια βοηθός του Ε.Ε.Σ. Πρόσφερε τις υπηρεσίες της στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, ενώ κατά τη διάρκεια της Κατοχής ήταν γραμματέας του αντιπροσώπου του Σουηδικού Ερυθρού Σταυρού, Dag Bergman. Για τις υπηρεσίες αυτές προήχθη στο βαθμό της Υπευθύνου Αδελφής Ε.Ε.Σ. (1947) και τιμήθηκε με το Σταυρό των Ταξιαρχών του Τάγματος της Ευποιίας. Ήταν επίσης μέλος του Σώματος Ελληνίδων Οδηγών.
[Πηγή σύνταξης βιογραφικού σημειώματος: το υλικό του αρχείου].

Χατζή Πανανός Θεοδοσίου

Ο Χατζή Πανανός Θεοδοσίου ήταν γιος του Θεοδοσίου Ιωάννη Μουράτ και της Σουλτάνας. Καταγόταν από την Άνδρο όπου ήταν αναγνωρισμένος Καπού Κεχαγιάς. Το 1821 κινδύνεψε να εκτελεστεί. Ήταν σπουδαίος εμπορικός παράγοντας στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με τα παιδιά του και τα ανίψια του (Φωτιάδηδες). Πέθανε το 1843.

Χατζής, Δημήτρης

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 1913 - 1981

Ο Δημήτρης Χατζής γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1913 και πέρασε εκεί τα παιδικά του χρόνια. Ήταν γιος του λογίου και ποιητή Γεωργίου Χατζή (με το ψευδώνυμο Πελλερέν), εκδότη της εφημερίδας Ήπειρος. Μαζί με τον μικρότερό του αδελφό, συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Ιόνιο Σχολή στην Αθήνα, αποφοίτησε όμως από την Ζωσιμαία Σχολή των Ιωαννίνων, καθώς μετά τον θάνατο του πατέρα τους το 1930, τα δύο αδέλφια αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στη γενέτειρά τους. Στα Γιάννενα, παράλληλα με το Γυμνάσιο, ο Χατζής είχε αναλάβει την έκδοση της εφημερίδας του πατέρα του και την συντήρηση της πολυμελούς οικογένειάς του. Στην συνέχεια ενεγράφη στη Νομική Σχολή Αθηνών την οποία για οικονομικούς λόγους εγκατέλειψε. Ως το 1936 δημοσίευε ποιήματά του στον ηπειρώτικο και αθηναϊκό τύπο με ψευδώνυμο. Ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόματος από το 1935 στα Γιάννενα, το 1936 συνελήφθη από την αστυνομία της δικτατορίας του Μεταξά και εξορίστηκε στην Φολέγανδρο. Μετά από μερικούς μήνες αφέθηκε ελεύθερος και εργασθηκε στην Αθήνα ως δημοσιογράφος. Το 1940 στρατεύθηκε, χωρίς να σταλή στο μέτωπο. Κατά την διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ και αρθρογράφησε στον παράνομο αντιστασιακό τύπο σε εφημερίδες όπως Απελευθερωτής και Ριζοσπάστης. Στο βουνό από το 1943, εργαζόταν για την εφημερίδα Ελεύθερη Ελλάδα, της οποίας, μετά την Απελεθυθέρωση και ως το 1947, διατέλεσε υπεύθυνος συντάκτης. Ενώ ήταν ακόμη στο βουνό, πληροφορήθηκε την εκτέλεση του αδελφού του Άγγελου. Το 1947 επιστρατεύτηκε στα Ιωάννινα και το καλοκαίρι του ιδίου έτους εξορίστηκε στην Ικαρία. Στη συνέχεια δραπέτευσε στον Δημοκρατικό Στρατό, και μετά την ήττα του, με δύο καταδίκες για λιποταξία από το Έκτακτο Στρατοδικείο, δραπέτευσε στη Ρουμανία. Το 1949 εγκαταστάθηκε στην Βουδαπέστη, όπου σπούδασε βυζαντινή και μεταβυζαντινή ιστορία και λογοτεχνία. Παράλληλα αρθρογραφούσε στην εφημερίδα του κομμουνιστικού κόμματος. Με την υποστήριξη του καθηγητή Μοράβσικ, το 1957, πήρε υποτροφία από την Ακαδημία Επιστημών του Βερολίνου και εργάστηκε στο Ινστιτούτο Ελληνικών Σπουδών της Ακαδημίας. Στο πανεπιστήμιο Χάμπολτ υποστήριξε την διδακτορική του διατριβή με θέμα «Μονωδίες για την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους».
Το 1962 επέστρεψε στην Ουγγαρία, όπου διετέλεσε βοηθός στην έδρα της Βυζαντινής Φιλολογίας του πανεπιστημίου της Βουδαπέστης. Εκεί ίδρυσε το Νεοελληνικό Ινστιτούτο, όπου διδάσκονταν η νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία. Συνεργάστηκε με τις εκδόσεις «Europa» και επιμελήθηκε την μετάφραση νεοελληνικών, λογοτεχνικών κειμένων στα ουγγρικά. Δημοσίευσε άφθονες μελέτες για τη βυζαντινή φιλολογία, την νεοελληνική ιστορία, λογοτεχνία και λαογραφία.
Το 1968, αποπειράθηκε να εγκατασταθεί στο Παρίσι, αλλά υπό την πίεση της γαλλικής αστυνομίας, αρνούμενος να ζητήσει πολιτικό άσυλο, επέστρεψε στη Βουδαπέστη. Αρθρογράφησε στο περιοδικό Πυρσός της Ανατολικής Γερμανίας και την Επιθεώρηση Τέχνης. Το καλοκαίρι του 1973 δίδαξε στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Μετά την πτώση της δικτάτορίας επέστρεψε στην Αθήνα, όπου οριστικά εγκαταστάθηκε τον Ιούλιο του 1975. Έδωσε πολλές διαλέξεις και ομιλίες, και συνεργάστηκε με τα περιοδικά Δομή και Αντί. Από το 1980 επιμελήθηκε και εξέδωσε τέσσερα τεύχη από το περιοδικό Πρίσμα. Παντρεύτηκε με την αρχαιολόγο Καίτη Αργυροκαστρίτου και απέκτησε μία κόρη. Πέθανε το 1981, στη Σαρωνίδα.
Έγραψε τα μυθιστορήματα: Φωτιά (1946), Το διπλό βιβλίο (1976) και τις συλλογές διηγημάτων: Το τέλος της μικρής μας πόλης (1953, 1963), Ανυπεράσπιστοι (1965), Σπουδές (1976) και Θητεία (αγωνιστικά κείμενα 1940-1950) (1979). Διαλέξεις και δοκίμιά του εκδόθηκαν με τίτλο: Το πρόσωπο του Νέου Ελληνισμού (2005).
[Πηγές: Υλικό από το αρχείο. Γιώργος Δ. Παγανός, «Δημήτρης Χατζής. Παρουσίαση - ανθολόγηση», Η μεταπολεμική πεζογραφία. Από τον πόλεμο του ’40 ως τη δικτατορία του ’67, τόμ. Η΄, Αθήνα, Σοκόλης, 1988. Ανυπόγραφο, «Δημήτρης Χατζής», http://el.wikipedia.org/wiki (23.2.2009).

Χατζίσκος, Δημήτριος

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 1805 - 1877

Αγωνιστής της Επανάστασης με σημαντική πολιτική δράση

Χατζίσκος, Νίκος

  • Φυσικό Πρόσωπο

Ο Νίκος Χατζίσκος γεννήθηκε στην Αθήνα. Απόφοιτος της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη σκηνή το 1938, στον ρόλο του Κήρυκα στον Βασιλιά Ληρ του Σαίξπηρ (σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη). Στην κρατική σκηνή παρέμεινε μέχρι το 1941 και ακολούθησαν συνεργασίες του με τους θιάσους Κατερίνας Ανδρεάδη (1942-1945), Μαρίκας Κοτοπούλη (1945), Ενωμένων Καλλιτεχνών (1945) και Αυλαία (1945-1946). Το καλοκαίρι του 1946 συγκρότησε από κοινού με τη Μελίνα Μερκούρη τον βραχύβιο θίασο Νέα Σκηνή και από το φθινόπωρο του ίδιου έτους ώς το 1954 επέστρεψε στο Εθνικό Θέατρο, με εξαίρεση τη χειμερινή περίοδο 1950-1951, οπότε εντάχτηκε στον βραχύβιο θίασο Ελληνική Σκηνή, που είχε συστήσει ο Δημήτρης Ροντήρης μετά την αποχώρησή του από τη διεύθυνση του Εθνικού. Το καλοκαίρι του 1954 ο Χατζίσκος ίδρυσε το αθηναϊκό θερινό θέατρο Εθνικού Κήπου, στο πλαίσιο της λειτουργίας του οποίου (μέχρι το 1957) συνεργάστηκε με την ηθοποιό Τιτίκα Νικηφοράκη, έκτοτε σύντροφο της ζωής του και μόνιμη πρωταγωνίστριά του. Η Τιτίκα Νικηφοράκη, γεννημένη στα Χανιά, είχε σπουδάσει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (όπου είχε γνωρίσει τον πρώτο της σύζυγο, τον ζωγράφο Νίκο Νικολάου) και στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Αφετηρία της επαγγελματικής πορείας της στην κρατική σκηνή στάθηκε ο Πέερ Γκυντ του Ερρίκου Ίψεν (1935, σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντή-ρη). Τα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι το 1954, η Νικηφοράκη ήταν πρωταγωνιστικό στέλεχος του Εθνικού Θεάτρου, με εξαίρεση την περίοδο 1943-1945, οπότε συνεργάστηκε με τον θίασο Βάσως Μανωλίδου και Γιώργου Παππά. Το 1958, το ζεύγος Χατζίσκου – Νικηφοράκη ίδρυσε το θερινό Υπαίθριο Θέατρο Νίκου Χατζίσκου στο Πεδίο του Άρεως (οδός Μαυρομματαίων) που παρουσίασε έργα από το ελληνικό και το παγκόσμιο ρεπερτόριο μέχρι το 1963, ενώ από το 1963 ώς το 1965 συνεργάστηκαν με το Πειραϊκό Θέατρο του Δημήτρη Ροντήρη. Το 1966 ίδρυσαν τον Θίασο Ρεπερτορίου, που στεγάστηκε αρχικά στο θέατρο Φλορίντα και από το 1967 ώς το 1983 στο θέατρο Κάβα της οδού Σταδίου. Το 1976 ίδρυσαν ένα ακόμη ανοιχτό θέατρο, το «Θέατρο μέσα στη θάλασσα», λυόμενη κατασκευή στηριγμένη μέσα στον θαλάσσιο χώρο του Φαληρικού Δέλτα, όπου παρουσίασαν για δύο καλοκαίρια (1976 και 1977) τον Έμπορο της Βενετίας του Σαίξπηρ. Η τελευταία θεατρική δραστηριότητα του Νίκου Χατζίσκου ήταν η διεύθυνση του περιοδεύοντος κρατικού θιάσου Άρμα Θέσπιδος (1980-1982). Ο Νίκος Χατζίσκος εμφανίστηκε επίσης σε κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές. Η Τιτίκα Νικηφοράκη ασχολήθηκε και με την ποίηση, τη θεατρική μετάφραση και τη διδασκαλία του μαθήματος της υποκριτικής στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ενώ μετά τον θάνατο του Νίκου Χατζίσκου και μέχρι το 1985, ανέλαβε τη διεύθυνση του θεάτρου Κάβα.

[Πηγές σύνταξης βιογραφικών: 1) Έξαρχος, Θεόδωρος, Έλληνες ηθοποιοί «Αναζητώντας τις ρίζες», τόμος δεύτερος (Ν-Ω), Αθήνα – Γιάννινα, Δωδώνη, 1996, σ. 327-329, 494-496. 2) Νικηφοράκη, Τιτίκα (επιμ.), Νίκος Χατζίσκος. Η ζωή και το έργο του, Αθήνα, 1993].

Χατζηαναστασίου, Τάσος

  • Φυσικό Πρόσωπο

Ο Τάσος Χατζηαναστασίου γεννήθηκε στην Λευκωσία της Κύπρου το 1965 και σπούδασε Ιστορία και Φιλοσοφία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Το 1998 υποστήριξε την διατριβή του η οποία είχε θέμα Ένοπλες ομάδες αντίστασης κατά της βουλγαρικής Κατοχής της Ανατ. Μακεδονίας και της Δυτ. Θράκης, 1941-1944. Το μεγαλύτερο μέρος της δημοσιεύθηκε το 2003 με τίτλο Αντάρτες και Καπετάνιοι, Η εθνική αντίσταση κατά της βουλγαρικής κατοχής της Ανατ. Μακεδονίας και της Θράκης, 1942-1944. Ειδικά για τα γεγονότα της Δράμας συνέγραψε με τον Δ. Πασχαλίδη την μονογραφία Τα γεγονότα της Δράμας Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 1941, εξέγερση ή προβοκάτσια; η οποία τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων και μελετών. Έχει διδάξει στα πανεπιστήμια Κρήτης, Παλέρμο και Κύπρου. Από το 2009 ζει και εργάζεται ως φιλόλογος στο Ναύπλιο.
[Πηγές : www.biblionet.gr]

Χατζηβασιλείου, Ορέστης Ε.

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 1933 - 1991

Συνδικαλιστής. Πρόεδρος του Συλλόγου Εργαζοµένων στο Φωταέριο Αθήνας από το 1947, ο Ορέστης Χατζηβασιλείου (Αϊδίνιο Μ. Ασίας 1915 - Αθήνα 1991) δραστηριοποιήθηκε ταυτόχρονα στο χώρο της Πανελλήνιας Οµοσπονδίας Ηλεκτρισµού και από το 1956 συµµετείχε στη συγκρότηση των Συνεργαζοµένων Σωµατείων, τα οποία απετέλεσαν το πρόπλασµα των 115 Συνεργαζόµενων Εργατοϋπαλληλικών Οργανώσεων ΣΕΟ (1962-1967). Το 1960 εκλέχτηκε εκτελεστικός του Εργατικού Κέντρου Αθηνών (ΕΚΑ). Ιδρυτικό µέλος του ΑΕΜ τον Αύγουστο του 1967. Στη µεταπολίτευση ηγήθηκε πάλι του ΑΕΜ και εκλέχτηκε εκτελεστικός της ΓΣΕΕ, της οποίας διετέλεσε πρόεδρος το 1982-1983. Συµµετείχε στην Οικονοµική και Κοινωνική Επιτροπή της ΕΟΚ και διετέλεσε µέλος της πρώτης ΚΕ της Ε.ΑΡ.

Χατζηδάκις, Γεώργιος

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 1848 - 1941

Ο Γεώργιος Χατζιδάκις σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, υπήρξε θεμελιωτής της επιστήμης της γλωσσολογίας στην Ελλάδα. Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών.

Χατζηκυριάκος - Γκίκας, Νίκος

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 1906 - 1994

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας γεννήθηκε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου 1906. Μαθητής του Παρθένη στην Αθήνα, έφυγε το 1922 για το Παρίσι, όπου σπούδασε Γαλλική Φιλολογία και Αισθητική στη Σορβόννη, και Ζωγραφική και Χαρακτική στην Académie Ranson με δασκάλους τον Roger Bissière και τον Δημήτρη Γαλάνη. Πραγματοποιεί την πρώτη του έκθεση στο Παρίσι το 1923 και στη συνέχεια συμμετέχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις. Η πρώτη του ατομική έκθεση οργανώνεται το 1927 στο Παρίσι στην Galerie Percier, και παρουσιάζεται από τον Maurice Raynal. Στην Αθήνα εκθέτει για πρώτη φορά το 1928, με τον γλύπτη Μιχάλη Τόμπρο. Στα 1935-1937 ο Γκίκας συνεργάζεται με τον Δημήτρη Πικιώνη, τον Τάκη Παπατσώνη και τον Σωκράτη Καραντινό στην έκδοση του περιοδικού Το Τρίτο Μάτι. Το 1941 εκλέγεται καθηγητής στην έδρα του Σχεδίου της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, όπου και δίδαξε έως το 1958. Το 1972 εκλέγεται τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και το 1986 επίτιμο μέλος της Royal Academy of Arts του Λονδίνου. Ανακηρύσσεται επίτιμος διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1991). Περισσότερες από 50 εκθέσεις του καλλιτέχνη έχουν οργανωθεί κατά καιρούς στην Αθήνα, το Παρίσι, Λονδίνο, Γενεύη, Βερολίνο, Ν. Υόρκη κ.α. Έργα του Γκίκα βρίσκονται σε πολλές ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, καθώς και σε μουσεία, όπως στο Musée d’ Art Moderne – Παρίσι, στην Tate Gallery – Λονδίνο, στο Metropolitan Museum of Art – Ν. Υόρκη, στην Εθνική Πινακοθήκη των Αθηνών. Εκτός από τη ζωγραφική, ο Γκίκας ασχολήθηκε δημιουργικά και με τη γλυπτική, τη χαρακτική, τη σκηνογραφία και την εικονογράφηση βιβλίων. Και ακόμα συνέγραψε βιβλία, άρθρα και μελέτες για την Αρχιτεκτονική και την Αισθητική, καθώς και δοκίμια για την ελληνική τέχνη. Ο καλλιτέχνης πεθαίνει στις 3 Σεπτεμβρίου 1994 στην Αθήνα.

Χατζηλαζάρου, Μάτση

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 1914 - 1987

Η Μάτση-Λουκία Χατζηλαζάρου, κόρη του Κλέωνα και της Βιργινίας Χατζηλαζάρου, γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1914. Έζησε στην Νότια Γαλλία, την Ιταλία και την Θεσσαλονίκη. Το 1934 έχασε και τους δύο της γονείς. Παντρεύτηκε τρεις φορές, την τελευταία (1940) με τον Α. Εμπειρίκο. Ο γάμος τους διήρκεσε ως το 1944. Το 1940 δημοσίευσε την πρώτη συλλογή ποιημάτων με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου. Το διάστημα 1948-1957 έζησε στο Παρίσι και δημοσίευε τα ποιήματά της στη γαλλική γλώσσα. Στα έργα αυτής της περιόδου συγκαταλέγεται και το La frange des mots (1954). Τα δύο τελευταία χρόνια της διαμονής της στο Παρίσι συμβίωσε με τον Κ. Καστοριάδη. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1958. Μερικά από τα ποιητικά της έργα είναι: Έρως μελαχρινός, 50.000.000 πεθαμένοι κάθε χρόνο, Μια χαλκογραφία του Javier Vilato, Αυτός που βλέπει αλήθειες, Φαύνος. Πέθανε στις 16 Ιουνίου 1987 σε ηλικία 73 ετών.
[Πηγές: «Σχολίαζοντας την Επικαιρότητα», Μακεδονία Θεσσαλονίκη, 15 Ιουνίου 1996, στην ιστοσελίδα http://www.hyper.gr/makthes]

Χατζημιχάλη, Αγγελική

  • Φυσικό Πρόσωπο

Η Αγγελική Χατζημιχάλη, κόρη του φιλολόγου Αλεξίου Κολυβά, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1895. Έλαβε την εγκύκλια μόρφωση στη Σχολή Χιλλ και σπούδασε ζωγραφική κοντά στους ζωγράφους Γ. Ροϊλό και Ε. Ιωαννίδη. Απέκτησε δύο παιδιά. Ασχολήθηκε με την μελέτη και την προώθηση της ελληνικής λαϊκής τέχνης, καθώς και την συλλογή και συντήρηση των λαϊκών έργων τέχνης. Το 1921 οργάνωσε την Α΄ Βιοτεχνική έκθεση του Λυκείου των Ελληνίδων, το 1927 την Πανελλήνια έκθεση ελληνικής λαϊκής τέχνης στους Δελφούς στο πλαίσιο των Δελφικών Εορτών, σε συνεργασία με την Α. Ταρσούλη και τον Γ. Τσαρούχη, το 1928 οργάνωσε το περίπτερο λαϊκής τέχνης στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και το 1930 τη Βαλκανική έκθεση στην Αθήνα.
Επέδειξε ενεργό ενδιαφέρον για την παραγωγή προϊόντων λαϊκής βιοτεχνίας και την ίδρυση βιοτεχνικών σχολών, όπως το «Ελληνικό Σπίτι», τον Σύνδεσμο Εργαστηρίων χειροτεχνίας, το Εργαστήρι της Λαϊκής Τέχνης και το Σπίτι του Κοριτσιού στην Αθήνα, τη Βιοτεχνική Σχολή της Σάμου, τη Λαμπριάδειο Σχολή στο Ζαγόρι της Ηπείρου και την Τούλειο Σχολή στο Μέτσοβο.
Το 1956 τιμήθηκε για την προσφορά της με το αργυρό μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών και το 1958 με το βραβείο Πουρφίνα για το έργο της Σαρακατσάνοι. Πέθανε το 1965.
Το συγγραφικό της έργο ήταν πλούσιο. Ενδεικτικά κάποια από τα βιβλία που εξέδωσε είναι: Ελληνική λαϊκή τέχνη, Σκύρος (1925), Υποδείγματα ελληνικής διακοσμητικής (1929), Ελληνική λαϊκή τέχνη. Ρυμλούκι, Τρίκερι, Ικαρία (1931), Η λαϊκή ελληνική τέχνη (1937), Το ελληνικό σπίτι (1949), Ελληνικαί εθνικαί ενδυμασίαι (1948), Η ξυλογλυπτική (1950), Τα κεντήματα του Τρίκερι (1951) και Σαρακατσάνοι (1957). Δημοσίευσε επίσης μελέτες σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους.
[Πηγές: Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα, Χάρης Πάτσης, 1968, τομ 12. Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983, τομ. 9Β.]

Χατζημιχάλης, Πλάτων

  • Φυσικό Πρόσωπο

Ο Πλάτων Χατζημιχάλης γεννήθηκε στη Σμύρνη και ήταν έμπορος, γιος του Θεόδωρου Χατζημιχάλη. Διατηρούσε εμπορικούς δεσμούς με τη Γερμανία όπου είχε αντιπροσωπείες. Διετέλεσε υπουργός Οικονομικών στην κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου (1941-1942). Το 1945 καταδικάστηκε σε 20 χρόνια πρόσκαιρα δεσμά γιατί ανάγκασε τους έλληνες καπνοπαραγωγούς να πουλήσουν καπνά στους Γερμανούς. Παντρεύτηκε την Αγγελική Χατζημιχάλη και απέκτησαν μαζί ένα γιο τον Νίκο Χατζημιχάλη.
[Πηγή σύνταξης βιογραφικού: Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, υλικό του αρχείου, Το Βήμα, 6 Ιανουαρίου 2008]

Χατζηνίκος, Γεώργιος

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 3 Μαΐου 1923 – 29 Νοεμβρίου 2015

Ο Γιώργος Χατζηνίκος (3 Μαΐου 1923 Βόλος – 29 Νοεμβρίου 2015 Αθήνα) ήταν ένας διακεκριμένος Έλληνας σολίστ του πιάνου, ορχηστρικός και χορωδιακός διευθυντής, δάσκαλος και συγγραφέας, επονομαζόμενος και "Φιλόσοφος της Μουσικής", με διεθνή καριέρα που εκτάθηκε για περισσότερα από 70 χρόνια. Οι μουσικές του σπουδές τον πήγαν από το Βόλο στο Ωδείο Αθηνών και από εκεί στο Mozarteum του Σαλτσμπουργκ, στο Μόναχο, στο Αμβούργο, στη Γαλλία και στην Ελβετία προτού αναλάβει την Θέση του στο Northern College of Music του Μάντσεστερ, όπου και παρέμεινε για το υπόλοιπο της επαγγελματικής του διαδρομής. Απεβίωσε το Νοέμβριο του 2015.

Χατζηνικολάου, Γιάννης

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 1899 - 1975

Ο Γιάννης Χατζηνικολάου (Στενήμαχο Ανατολικής Ρωμυλίας 1899 – Αθήνα 1975) σπούδασε στην Ανώτατη Γεωπονική Σχολή της Βιέννης την περίοδο 1920-1927. Εργάστηκε από το 1926 στην Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων, στην Ένωση Συνεταιρισμών Καβάλας και τέλος διορίστηκε στον Αυτόνομο Οργανισμό Ελληνικού Καπνού όπου κατείχε για πολλά χρόνια την διευθυντική θέση. Την περίοδο της Μεταξικής δικτατορίας εκτοπίστηκε στον Άη Στράτη και φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία, λόγω πολιτικών φρονημάτων, ενώ υπέστη διώξεις και κατά την περίοδο του εμφυλίου.

Χατζηπέτρος, Χριστόδουλος

  • 1794-1869

Αγωνιστής του 1821 από το Βετερνίκο Τρικάλων, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, συμμετείχε σε πολλές μάχες της Επανάστασης, ανάμεσά τους και στην έξοδο του Μεσολογγίου.

Χατζησωτηρίου, Γεώργιος

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 1919-2000

Ο Γεώργιος Χατζησωτηρίου γεννήθηκε στην Παιανία Αττικής το 1919 και πέθανε στις αρχές της δεκαετίας του 2000.Σπούδασε ιατρική και εργάστηκε στο νοσοκομείο Άγιος Σάββας. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του συγκέντρωσε αρχειακό υλικό που αφορούσε κατά κύριο λόγο την Παιανία και τα Μεσόγεια γενικότερα. Συγκεκριμένα συγκέντρωνε αντίγραφα εγγράφων, φωτογραφιών, ιδιωτικών αρχείων και ηχογραφούσε ηλικιωμένους της περιοχής. Εξέδωσε πολλές μελέτες σχετικά με την ιστορία της Παιανίας και ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Μελετών Νοτιανατολικής Αττικής. Στη διαθήκη του άφησε όρο την ταξινόμηση του αρχείου του και την πρόσβαση στους ερευνητές.

Χατζόπουλος, Γιώργος

Ο Γιώργος Α. Χατζόπουλος γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1938 στην Οιχαλία του νομού Μεσσηνίας. Από το 1948 κατοίκησε στο Νέο Ηράκλειο, όπου και τελείωσε το δημοτικό σχολείο. Συνέχισε τις σπουδές του σε ιδιωτικό νυχτερινό γυμνάσιο και στο δημόσιο ημερήσιο γυμνάσιο της Νέας Ιωνίας, ενώ συγχρόνως ολοκλήρωνε τετραετή φοίτηση στη Σχολή Κλωστοϋφαντουργίας (των τότε ιδιωτικών “Σχολών Πάλμερ”). Αφού εργάστηκε κάποια χρόνια ως σχεδιαστής-υφαντουργός σε βιομηχανίες της Ν. Ιωνίας, το 1956 μπήκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, την οποία τελείωσε το 1961 χωρίς ποτέ να ασκήσει το επάγγελμα του νομικού. Μέλος της ΕΠΟΝ (1955–1958) και της Νεολαίας ΕΔΑ (1958–1963), αναδείχθηκε στέλεχος του αριστερού φοιτητικού κινήματος εμπλεκόμενος στη δημιουργία και τη σύνταξη του σημαντικού φοιτητικού φύλλου Πανσπουδαστική.Λόγω των φρονημάτων του υπηρέτησε ως στρατιώτης γ΄ κατηγορίας στην πειθαρχική μονάδα 819 ΜΛΜ (1964–1965), ενώ από τον Φεβρουάριο του 1964 μέχρι τον Μάρτιο του 1967 αναμίχθηκε ενεργά στην αντιαποικιακή κίνηση “Φίλοι Νέων Χωρών” και στη σύνταξη του δελτίου και στη συνέχεια περιοδικού της, τον Αντιμπεριαλιστή. Μετά το στρατό πρωτοστάτησε επίσης στην έκδοση της δεκαπενθήμερης εφημερίδας των Βορείων Προαστίων Πρωτοπορία, με έδρα το Νέο Ηράκλειο Αττικής (Ιανουάριος 1966 έως Απρίλιος 1967). Το δικτατορικό καθεστώς τον έστειλε στη Γυάρο μέχρι τα τέλη του 1967. Τον Φεβρουάριο του 1968 δημιούργησε, μαζί με άλλους, τον εκδοτικό οίκο “Κάλβος”, στο περιβάλλον του οποίου συνέχισε την αντιδικτατορική του δράση. Επίσης συνέβαλε στην έκδοση του περιοδικού Σύγχρονος Κινηματογράφος (1969–1974), στην επαναλειτουργία του “Θεάτρου Ν. Ιωνίας” (1972) στο κέντρο της Αθήνας με το όνομα “Ανοιχτό Θέατρο” και, κυρίως, στο συντονισμό της – κρυφής και φανερής – κίνησης (1971–1976) ενάντια στις δραστηριότητες του “Ιδρύματος Φορντ” στην Ελλάδα.

Χατζόπουλος, Κωνσταντίνος

  • Φυσικό Πρόσωπο

Ο Κ. Χατζόπουλος γεννήθηκε στις 11.5.1868 στο Βραχώρι Αγρινίου, πρώτος από τα επτά παιδιά του Ιωάννη Χατζόπουλου και της Θεοφανής Στάικου. Η μητέρα του ήταν θετή κόρη του κτηματία Σωτήρη Στάικου με τον οποίο μεγάλωσε ο Κωνσταντίνος. Ο Σωτήρης Στάικος και η αδελφή του Ελένη είχαν αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους στην πολιορκία του Μεσολογγίου, ο ένας απέδρασε και η άλλη κατέληξε σε χαρέμι στο Μοναστήρι, από όπου την απελευθέρωσε ο αδελφός της. Έζησαν μαζί ως τον θάνατό τους, μετά τον οποίο ο Κωνσταντίνος κληρονόμησε τον παππού του και η μητέρα του, Θεοφανή, την αδελφή του και νονά της (το κτήμα Λυκορράχια που κληρονόμησε ο Χατζόπουλος αγοράστηκε αργότερα από τους αδελφούς Παπαστράτου που το δώρισαν στον δήμο Αγρινίου ως πάρκο). Από τους αδελφούς του ο Δημήτρης ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία, και ο Ζαχαρίας επίσης με τη δημοσιογραφία. Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος σπούδασε νομικά σε πολύ νεαρή ηλικία (1882-1888), αλλά άσκησε ελάχιστα το επάγγελμα του δικηγόρου στο Αγρίνιο. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στα 1889-1891 και έλαβε μέρος στον πόλεμο του 1897. Δημοσίευσε ποιήματά του ήδη από τα 1884. Το 1898 κυκλοφόρησαν οι δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του με το ψευδώνυμο Πέτρος Βασιλικός που χρησιμοποιούσε ως το 1910. Στα 1898-99 εξέδωσε το πρωτοποριακό περιοδικό Τέχνη. Αργότερα στράφηκε στην πεζογραφία με κορυφαίο επίτευγμα το μυθιστόρημα Φθινόπωρο (1917), ενώ τη χρονιά του θανάτου του εκδόθηκαν δύο ακόμα ποιητικές συλλογές του. Το 1900 ταξίδεψε για ένα χρόνο στη Γερμανία (Μόναχο, Βερολίνο, Δρέσδη), όπου γνώρισε και παντρεύτηκε τη φινλανδή ζωγράφο Sunny Haggmann. Το 1902 γεννήθηκε η κόρη τους, Σέντα. Από το 1905 ως το 1914 έζησαν στη Γερμανία. Την περίοδο αυτή ο Χατζόπουλος επιδόθηκε –και για βιοποριστικούς λόγους- στη μετάφραση έργων, κυρίως θεατρικών, καθώς και στην κριτική λογοτεχνίας, κυρίως από τις στήλες του περιοδικού Ο Νουμάς. Συγχρόνως οικειώθηκε την σοσιαλιστική ιδεολογία. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, με την έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, και έχοντας ήδη διακόψει τη σύμπραξή του με το Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθηνών και άλλες σοσιαλιστικές ομάδες, έγινε μέλος της Εταιρείας Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, με επικεφαλής τον Α. Παπαναστασίου. Συντάχθηκε με τον Βενιζέλο και έλαβε τη θέση του διευθυντή Λογοκρισίας από την οποία παραιτήθηκε το 1919. Πέθανε τον Αύγουστο του 1920, ταξιδεύοντας με την οικογένειά του προς το Μπρίντιζι, προκειμένου, ύστερα από αναψυχή στο Τυρόλο, να μεταφέρουν την οικοσκευή τους από το Μόναχο. Τάφηκε στο Μπρίντιζι και τα οστά του μεταφέρθηκαν αργότερα στην Ελλάδα.
Ποιητικές συλλογές: Τραγούδια της ερημιάς (1898), Τα ελεγεία και τα ειδύλλια (1898), Απλοί τρόποι (1920), Βραδινοί θρύλοι (1920).
Διηγήματα: Αγάπη στο χωριό (1910), Ο Πύργος του Ακροπόταμου (1915), Υπεράνθρωπος (1915), Τάσω, Στο σκοτάδι κι άλλα διηγήματα (1915). Η Αννιώ κι άλλα διηγήματα (1923).
Μυθιστόρημα: Φθινόπωρο (1917).
Η Sunny Haggmann-Χατζοπούλου πέθανε στις 16.7.1952, στη Στοκχόλμη. Η τέφρα της τοποθετήθηκε στον τάφο του Κ. Χατζόπουλου το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Η Σέντα Χατζοπούλου, σε πρώτο γάμο παντρεύτηκε τον φινλανδό αξιωματικό Σλέερ, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη που πέθανε πολύ νέα στη Στοκχόλμη, και σε δεύτερο γάμο τον δικηγόρο Περικλή Δρίβα. Μετέφρασε ελληνική λογοτεχνία στα σουηδικά και έγραψε ποίηση και διηγήματα στα σουηδικά με ψευδώνυμο Ελένη Κωνσταντίνου.
Ο Χατζόπουλος για κάποια περίοδο προτιμούσε τη γραφή Κωσταντίνος. Ωστόσο, σε όλα σχέδια εκδόσεων έργων του που ετοίμαζε το 1920, χρονιά του θανάτου του, αναγράφει Κωνσταντίνος, μορφή που τηρήθηκε στην παρούσα περιγραφή ως τελική επιλογή του.
Πηγές: Τεκμήρια του αρχείου. Ε. Σταυροπούλου, «Εισαγωγή» στο Κ. Χατζόπουλος, Τα διηγήματα, Αθήνα, Συνέχεια-Σοκόλης, 1989, σσ. 9-52. Γ. Βελουδής, «Εισαγωγή» στο Κ. Χατζόπουλος, Τα ποιήματα, Αθήνα, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 1992, σσ. 9-43. Σ. Χωραφάς, Συμβολή στη βιβλιογραφία του Κ. Χατζόπουλου, Αθήνα, Φιλιππότης, 1983. Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, «Ο Χατζόπουλος και η πνευματική ιδιοκτησία», απόκομμα χωρίς στοιχεία δημοσίευσης [1957] (υποφ. 6.1).

Χεκίμογλου, Ευάγγελος

  • Φυσικό Πρόσωπο

Ο Ευάγγελος Χεκίμογλου είναι διδάκτωρ οικονομικών επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε στην Εθνική Τράπεζα, όπου και διετέλεσε διευθυντής του Πολιτιστικού Κέντρου Βόρειας Ελλάδας από το 1989 έως το 1996. Διετέλεσε ακόμη διευθυντής της Αγιορειτικής Φωτοθήκης τα έτη 1997 και 1998 και διευθυντής της Πολιτιστικής Εταιρείας Επιχειρηματιών Βορείου Ελλάδος από το 1997 έως το 2004. Υπήρξε ακόμη εκδότης και διευθυντής του περιοδικού Θεσσαλονικέων Πόλις κατά το χρονικό διάστημα 2000 έως 2007 (τόμοι 1-23) και σύμβουλος έκδοσης της εφημερίδας Μακεδονία το έτος 2005. Σήμερα είναι έφορος του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης.
Ασχολείται συστηματικά με την νεότερη οικονομική και κοινωνική ιστορία της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας καθώς και με την ιστορία του Αγίου Όρους. Έχει δημοσιεύσει πλήθος επιστημονικών εργασιών και έχει επιμεληθεί πλήθος εκθέσεων ιστορικών τεκμηρίων. Ακόμη έγραψε σενάρια ιστορικών ντοκιμαντέρ και παρήγαγε τηλεοπτικές εκπομπές. Ως αρθρογράφος έχει συνεργαστεί με τις εφημερίδες Αγγελιοφόρος, Μακεδονία, Θεσσαλονίκη, Ελεύθερος Τύπος.
[Πηγή σύνταξης βιογραφικού: βιογραφικό στο προσωπικό blog του Ευάγγελου Χεκίμογλου, όπου και κατάλογος δημοσιευμάτων τού http://www.ehekimoglou.blogspot.gr/ ]

Χημική Υπηρεσία Αερολιμένα Αθηνών

  • Νομικό Πρόσωπο

Η Χημική Υπηρεσία Αερολιμένα [Κρατικού Αερολιμένα Αθηνών] συστάθηκε με το ΠΔ91/1999, άρθρ 5. Αρμοδιότητα ήταν η φυσική και χημική εξέταση των δειγμάτων που αποστέλλονταν από το Τελωνείο Αερολιμένα Αθηνών. Διαρθρωνόταν σε δύο Τμήματα: Τμήμα Ανατολικού Αερολιμένα, Τμήμα Δυτικού Αερολιμένα.

Χορς, Μαρία

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 1921-2015

Η Μαρία Χορς, το γένος Παναγιωτοπούλου, γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1921 στον Πειραιά. Ήταν κόρη του Τάκη (Παναγιώτη) Παναγιωτόπουλου και της συζύγου του Νίνας (Ειρήνης), το γένος Κόρακα, και είχε έναν αδελφό, τον Αναστάσιο (1923-2015). Φοίτησε στο Τμήμα Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Επαγγελματικό Τμήμα της Σχολής Ορχηστικής Τέ-χνης της Κούλας Πράτσικα (ως μέλος του οποίου έλαβε μέρος σε σειρά χορευτικών παραστάσεων κατά την περίοδο 1938-1955), ενώ παρακολούθησε επίσης μαθήματα χορού στη Γαλλία (στο πλαίσιο προγράμματος της UNESCO) και στην Ελβετία. Δίδαξε στο —ιδρυμένο από την ίδια— Τμήμα Ρυθμικής του Λυκείου των Ελληνίδων, στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Ως χο-ρογράφος σε παράσταση αρχαίου δράματος πρωτοεμφανίστηκε το 1956, στην Ιφιγένεια εν Ταύροις του Ευριπίδη (Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, σκηνοθεσία Αλέξη Δαμιανού). Δύο χρόνια αργότερα, μετά από πρόταση του Αλέξη Μινωτή, ξεκίνησε (με τον Οιδίποδα επί Κολωνώ) τη μακροχρόνια συνεργασία της με το Εθνικό Θέατρο, όπου επιμελήθηκε ως χορογράφος πλήθος πα-ραστάσεων αρχαίου δράματος αλλά και κλασικού και σύγχρονου διεθνούς ρεπερτορίου. Συνεργάστηκε, επίσης, με την Εθνική Λυρική Σκηνή, το Αμφι-Θέατρο του Σπύρου Α. Ευαγγελάτου, τον θίασο Κατίνας Παξινού – Αλέξη Μινωτή, το Εμπειρικό Θέατρο του Αλέξη Μινωτή και άλλους θιάσους. Το όνομα της Μαρίας Χορς είναι στενά συνδεδεμένο με την τελετή αφής της ολυμπιακής φλόγας, την οποία χορογράφησε για σειρά ετών από το 1964, για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο, και μέχρι το 2004, για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Για την καλλιτεχνική προσφορά της τιμήθηκε, μεταξύ άλλων, με τον Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος (2000) και το μετάλλιο της Πόλης των Αθηνών (2002). Σύζυγός της από το 1945 ήταν ο αρχιτέκτων Μιχάλης Χορς († 1967). Η Μαρία Χορς πέθανε στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.

[Πηγές σύνταξης βιογραφικού: 1. «Μαρία Χορς», στο: Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ (επιμ.), Χορός και θέατρο. Από την Ντάνκαν στις νέες χορευτικές ομάδες, Αθήνα, Τμήμα Θεα-τρικών Σπουδών ΕΚΠΑ / εκδόσεις Έφεσος, 2004, σσ. 488-497. 2. Υλικό του αρχείου και πληροφορίες από την ανιψιά της Μαρίας Χορς, Μίννη Καρρά].

Χουβαρδάς, Γιάννης

Το Θέατρο του Νότου ιδρύθηκε το 1991 από τον σκηνοθέτη Γιάννη Χουβαρδά, ως το θεατρικό σχήμα της Ελληνικής Εταιρείας για τη Διεθνή Επικοινωνία μέσω της Τέχνης (Ε.Ε.Δ.Ε.Τ.). Με προγραμματικούς στόχους «να δημιουργήσει ένα κύτταρο που να διαρρήξει τους “παραδοσιακούς” μηχανισμούς, δίνοντας την ευκαιρία σε νέους ανθρώπους, ηθοποιούς, συγγραφείς, χορογράφους, μουσικούς, σκηνοθέτες, να εκφραστούν»* και να «γνωρίσει στο ελληνικό κοινό τις νέες διεθνείς τάσεις των παραστατικών τεχνών και στο διεθνές κοινό τις τάσεις που επικρατούν σήμερα στη χώρα μας»**, το Θέατρο του Νότου στεγάστηκε στο θέατρο Αμόρε της οδού Πριγκηπονήσων 10 (στην περιοχή του Γκύζη), που διέθετε δύο σκηνές, την Κεντρική (170-220 θέσεων) και τον Εξώστη (80 θέσεων). Με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Γιάννη Χουβαρδά και συνδιευθυντή από το 2000 τον Θωμά Μοσχόπουλο (που το καλοκαίρι του 2007 διαδέχτηκε τον Χουβαρδά στην καλλιτεχνική διεύθυνση), το Θέατρο του Νότου λειτούργησε από το 1991 ώς το 2008. Η πρώτη παραγωγή του ήταν ο Οθέλλος του Σαίξπηρ (Δεκέμβριος 1991, σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά) και οι τελευταίες το Χιόνι στο στόμα του Δημήτρη Καραντζά (Κεντρική Σκηνή, σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά) και η Εβδομάδα δίχως Κυριακή του Όθωνα Λαμπρόπουλου (Εξώστης, σκηνοθεσία Όθωνα Λαμπρόπουλου) (Μάιος 2008). Στη διάρκεια της δεκαεπταετούς πορείας του, το Θέατρο του Νότου παρουσίασε συνολικά 120 παραγωγές έργων από το ελληνικό και το διεθνές —σύγχρονο και κλασικό— ρεπερτόριο, φιλοξένησε και συνεργάστηκε με θιάσους του εξωτερικού και ανέδειξε νέους έλληνες συγγραφείς, μεταφραστές και καλλιτέχνες της σκηνής.

  • Συνέντευξη του Γιάννη Χουβαρδά στη Μαρία Κατσουνάκη, «Εί-μαστε μια χώρα γερόντων», Η Καθημερινή, 14.7.1991, σ. 47.
    ** «Ελληνική Εταιρεία για την Διεθνή Επικοινωνία μέσω της Τέχνης», σημείωμα στο πρόγραμμα του Θεάτρου του Νότου για τη χειμερινή περίοδο 1991-1992, σ. 3.

Χουρμουζιάδης, Γεώργιος

  • Φυσικό Πρόσωπο

Ο Γεώργιος Χουρμουζιάδης γεννήθηκε στην Κωνστάντζα της Ρουμανίας (1912) από εύπορη οικογένεια (ο πατέρας του ήταν μεγαλέμπορος και πρόεδρος της εκεί ελληνικής κοινότητας). Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση στη Ρουμανία, η οικογένεια τον έστειλε στην Αθήνα (το 1927 ήταν μαθητής Γ΄ Γυμνασίου). Μετά το τέλος των γυμνασιακών σπουδών του επέστρεψε στη Ρουμανία.
Το 1945 η οικογένεια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Ρουμανία εξαιτίας διώξεων από το κομμουνιστικό καθεστώς (δήμευση περιουσίας, κατάσχεση χειρογράφων Χουρμουζιάδη). Μετά από μια περίοδο παραμονής στη Γαλλία (περ. 1945-1948), όπου παντρεύτηκε την Elena Pavelescu (με την οποία χώρισε το 1965) ο Γεώργιος μαζί με τα άλλα μέλη της οικογένειας Χουρμουζιάδη εγκαταστάθηκε στην Αργεντινή. Εκεί, η οικογένεια σύστησε εμπορική επιχείρηση στην οποία εργάστηκε και ο Γεώργιος Χουρμουζιάδης. Παράλληλα επιδόθηκε στη μετάφραση αργεντινών συγγραφέων.
Ο Χουρμουζιάδης εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα το 1964-1966 και έκτοτε ασχολήθηκε με τη συγγραφική δραστηριότητα: μεταφράσεις αργεντινών και ευρωπαίων συγγραφέων, δοκίμια, μυθιστορήματα, άρθρα στη Νέα Εστία, στον Ελεύθερο Κόσμο κ.λπ.
Κυριώτερα έργα του:
Μακρινοί ορίζοντες,,Αθήνα 1969
Τα είδωλα, Αθήνα 1978
Ανθολογία αργεντινού πεζογραφήματος, Αθήνα, Ύψιλον, 1982 (2 τόμοι)
Πάθη και Τρόπαια, Αθήνα, Καλέντης, 1988
Εποπτείες, Βιώματα και Δοκίμια, Αθήνα, Σιδέρης, 1972
Το ξερίζωμα, Αθήνα, Σιδέρης, 1984
Νέες Εποπτείες, Αθήνα, Σιδέρης 1984
Έργα του έχουν επίσης μεταφραστεί στα ισπανικά και τα ρουμανικά (αναλυτικότερα βλ. την εργογραφία στο βιβλίο Νέες Εποπτείες)
[Πηγή σύνταξης βιογραφικού σημειώματος: Εισαγωγικά σημειώματα του Δημήτρη Νικορέτζου και Ανδρέα Καραντώνη στα βιβλία Πάθη και Τρόπαια και Εποπτείες].

Χουρμούζιος

  • Φυσικό Πρόσωπο

Ο Χουρμούζιος (π. 1770 - 1840) ήταν μουσικοδιδάσκαλος και ένας από τους δημιουργούς της Νέας Μεθόδου της μουσικής σημειογραφίας, μαζί με τον Γρηγόριο τον Πρωτοψάλτη και τον Χρύσανθο τον εκ Μαδύτων. Μετέγραψε το μεγαλύτερο μέρος της Εκκλησιαστικής Μουσικής στη Νέα Μέθοδο και γι' αυτό κλήθηκε "χαλκέντερος". Είναι γνωστός ως Χουρμούζιος του Γεωργίου το επίκλιν Γιαμαλής· έλαβε το οφφίκιο του Χαρτοφύλακος. Έγινε με αυθεντικότητα ψάλτης, διδάσκαλος, εξηγητής (μεταγραφέας), κωδικογράφος, μελοποιός και εκδότης. Υπήρξε ο πρωτεργάτης και ο κυριότερος πρακτικός στυλοβάτης της Νέας Μεθόδου. Το εξηγητικό (μεταγραφικό) του έργο διέσωσε την εκκλησιαστική μουσική μας παράδοση και έτσι θεωρείται σήμερα ανυπολόγιστης επιστημονικής και εθνικής σημασίας.

[Περισσότερα βιογραφικά στοιχεία στην Βικιπαίδεια:https://el.wikipedia.org]

Χουρμούζιος, Αιμίλιος

  • Φυσικό Πρόσωπο

Ο Αιμίλιος Χουρμούζιος γεννήθηκε στη Λεμεσό και από το 1925 έζησε στην Αθήνα. Με το ψευδώνυμο Αντρέας Ζεβγάς δημοσίευσε άρθρα και μεταφράσεις και εξέδωσε τα περιοδικά Λογοτεχνική Επιθεώρηση (1927) και Νέα Επιθεώρηση (1928-1929, 1933-1934). Από το 1930 εργάστηκε στην εφημερίδα Η Καθημερινή, της οποίας διετέλεσε αρχισυντάκτης και διευθυντής σύνταξης από το 1945 μέχρι το 1967. Την περίοδο 1955-1964 ήταν διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, θέση από την οποία καθιέρωσε το Φεστιβάλ Επιδαύρου. Στα δημοσιευμένα κείμενά του περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι τόμοι: Ο φουτουρισμός στο φως του Μαρξισμού, Ο Παλαμάς και η εποχή του Α΄-Γ΄ (1944, 1959, 1960), Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο εισηγητής του κοινωνικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα (1945), Ευγένιος Ο’Νηλ, ένας εικονοκλάστης του θεάτρου (1945), Η δοκιμασία του πνεύματος, ηθικός απόλογος (1950), Η περιπέτεια μιας γενεάς (1976), Νίκος Καζαντζάκης (1977), Στράτευση κι ελευθερία (1977), Το αρχαίο δράμα (1978), Ο αφηγηματικός λόγος (1979), Παλιά και νέα ποίηση (1980), Ειδωλολάτρες και ειδωλομάχοι (1983), Ερωτήματα προς τη Σφίγγα (1986) κ.ά. Μετέφρασε έργα των: Johan Bojer (Κάτω απ’ τον άδειο ουρανό), Lawrence Durrell (Πικρολέμονο, Αλεξανδρινό κουαρτέτο), Α. Ντεμπόριν (Β. Σπινόζα), Panait Istrati (Κυρά Κυραλίνα), André Gide (Ο ανηθικολόγος), Jean-Paul Sartre (Η αναστολή, Η ηλικία της λογικής, Η θεωρία των συγκινήσεων κ.ά.), Bertrand Russel (Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας), Hippolyte Taine (Φιλοσοφία της τέχνης) κ.ά.
[Πηγές σύνταξης βιογραφικού: 1. «Χουρμούζιος, Αιμίλιος», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Larousse-Britannica, τόμος πεντηκοστός δεύτερος. Αθήνα, Πάπυρος, 2007. 2. Ιστοσελίδα Εθνικού Κέντρου Βιβλίου].

Χουστουλάκης, Μηνάς

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 1928 - 1996

Ο Μηνάς Χουστουλάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Ασχολήθηκε με τη φωτογραφία από τα πολύ νεανικά του χρόνια. Στη διάρκεια της Κατοχής και λίγο πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Εμπορική Σχολή, περιηγείται τα χωριά, όπου αναλαμβάνει την αναπαραγωγή φωτογραφιών των θυμάτων του πολέμου. Στο μεταπολεμικό Ηράκλειο ανοίγει το πρώτο του φωτογραφείο

Χούτας, Στυλιανός

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 1908 - 1992

Ο Στυλιανός Θ. Χούτας γεννήθηκε την 13η Νοεμβρίου 1908 στην Κεχρινιά της Επαρχίας Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε το επάγγελμα του γιατρού στην Επαρχία Βάλτου μέχρι το έτος 1940. Κατά την έκρηξη του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου το 1940, κατετάγη και υπηρέτησε εθελοντικά με τον βαθμό του Ανθυπιάτρου . Από τους πρώτους μήνες της εχθρικής κατοχής πρωτοστάτησε στην οργάνωση κίνησης Εθνικής Αντίστασης. Λόγω αυτής της δραστηριότητάς του επιβλήθηκαν από την Ιταλική Στρατιωτική Διοίκηση της Αμφιλοχίας περιοριστικά μέτρα. Στη συνέχεια αναχώρησε κρυφά από την Αμφιλοχία στην ορεινή περιοχή της Επαρχίας Βάλτου, τον Ιούνιο του 1942, οικογενειακά. Στον ορεινό Βάλτο, με την άφιξη του Στρατηγού Ν. Ζέρβα συστήνει την πρώτη αντάρτικη ομάδα, την οποία συντηρεί με προσωπικά οικονομικά μέσα μέχρι τον Απρίλιο του 1943, οπότε άρχισε η ενίσχυση των Ελληνικών ανταρτικών οργανώσεων, από τον Συμμαχικό στρατό Μέσης Ανατολής. Κλιμάκιο της Συμμαχικής Στρατιωτικής αποστολής στην Ελλάδα εγκαθίσταται στο Αρχηγείο Βάλτου. Το Αρχηγείο Βάλτου, ανέπτυξε σημαντική δράση κατά των Γερμανικών και Ιταλικών στρατευμάτων κατοχής. Οι σημαντικότερες πολεμικές επιχειρήσεις διεξάχθηκαν στην Επαρχία Βάλτου το καλοκαίρι του 1943 και ήταν ενταγμένες στον σχεδιασμό του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής και έφερε την κωδική ονομασία’’Περίοδος των Ζώων’’. Το σχέδιο ’Περίοδος των Ζώων’’ απέβλεπε στην αποκοπή των ευρισκομένων στην Ελλάδα και στο Βαλκανικό χώρο δυνάμεων του Άξονα εν όψει της απόβασης των Συμμάχων στη Σικελία την 10/7/1943. Σημαντικότερη όλων των επιχειρήσεων υπήρξε η μάχη στα στενά του Μακρυνόρους από 14 μέχρι 22 Ιουλίου 1943, εναντίον της τεθωρακισμένης Μεραρχίας BRENERO και τμημάτων της Γερμανικής Μεραρχίας EDELWEISS. Η μάχη του Μακρυνόρους θεωρείται η σοβαρότερη πολεμική επιχείρηση των ανταρτικών ομάδων κατά των στρατευμάτων Κατοχής, γιατί καθήλωσε την τεθωρακισμένη Μεραρχία και τα Γερμανικά στρατεύματα και απέτρεψε τη συμμετοχή τους στην απόβαση των Συμμάχων στη Σικελία. Η πολεμική σημαία του Αρχηγείου Βάλτου τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Α’ τάξεως. Ο Σ. Χούτας τιμήθηκε με πολλά Ελληνικά παράσημα: Το χρυσούν αριστείον Ανδρείας, τους πολεμικούς Σταυρούς Γ’ και Β’ τάξεως, το Μετάλλιον εξαιρέτων πράξεων, το Μετάλλιον της Εθνικής Αντιστάσεως. Επίσης εκ μέρους του τότε Βασιλέως της Μεγάλης Βρετανίας Γεωργίου ΣΤ’ τιμήθηκε με το παράσημο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Από το 1946 αναμίχθηκε στην πολιτική και εξελέγη βουλευτής του Εθνικού κόμματος δύο φορές (1946, 1950), στη συνέχεια βουλευτής του κόμματος των Φιλελευθέρων (1951, 1956, 1958) και της Ένωσης Κέντρου (1961, 1963). Από 4/9/1950 μέχρι 13/9/1950 διετέλεσε Υφυπουργός Κοινωνικής Προνοίας, Οικισμού και Ανοικοδομήσεως στην Κυβέρνηση Σ. Βενιζέλου-Παπανδρέου. Από 13/9/1950 μέχρι 3/11/1950 διετέλεσε Υπουργός Ανευ Χαρτοφυλακίου και άσκησε καθήκοντα Υφυπουργός Κοινωνικής Προνοίας, Οικισμού και Ανοικοδομήσεως στην Κυβέρνηση Σ. Βενιζέλου-Τσαλδάρη-Παπανδρέου. Από 3/11/1950 μέχρι 28/1/1951 διετέλεσε Υπουργός Ανευ Χαρτοφυλακίου και άσκησε καθήκοντα Υφυπουργός Κοινωνικής Προνοίας, Οικισμού και Ανοικοδομήσεως στην Κυβέρνηση Σ. Βενιζέλου-Παπανδρέου. Κατά τη διάρκεια της υπουργείας του επέλυσε το πρόβλημα στέγασης των "συμμοριοπλήκτων". Το 1961 εκδίδει το ιστορικό σύγγραμμα ‘’Η Εθνική Αντίσταση των Ελλήνων 1941-1945’’ και το 1983 «Η Μάχη του Μακρυνόρους». Μετά τις εκλογές 3/11/1963 ανέλαβε το Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας στην Κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου και επέδειξε εξαιρετική δράση, χαράζοντας δύο μεγάλες προγραμματικές κατευθύνσεις του υπουργείου του: της Λαϊκής στέγασης και της εθνικοποίησης της Υγείας . Στις εκλογές 16/2/1964 εξελέγη βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας και ανέλαβε το Υπουργείο Δημοσίων έργων. Διώκεται από το καθεστώς της 21/4/1967, αλλά διέφυγε τη σύλληψη που επιχείρησε ο Αντισυνταγματάρχης Ντερτιλής και παρέμεινε διωκόμενος μέχρι τον Δεκέμβριο του 1967. Επιδίωξε και πέτυχε την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης των Ελληνικών ομάδων Ελλήνων ανταρτών του Ε.Δ.Ε.Σ. Πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου 1992 στην Αθήνα.
Πηγή: Εργαλείο έρευνας Αρχείου Στυλιανού Χούτα

Χρηστίδης, Δημήτριος

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 1799-1877

Πολιτικός από την Πόλη. Στον Αγώνα έδρασε κυρίως σε θέσεις διοικητικές και οικονομικές. Υπήρξε γραμματέας του Κωλέττη και αργότερα βασικός παράγοντας του γαλλικού κόμματος. Έγινε νομάρχης επί Όθωνα, βουλευτής και επανειλημμένα υπουργός.

Χρηστοβασίλης, Χρήστος

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 1862-1937

Ως πιο πιθανή χρονολογία γέννησης του Χρήστου Χρηστοβασίλη εικάζεται το έτος 1862 (20.7.1862), ενώ ως πιθανές παραδίδονται και οι χρονολογίες 1855 και 1861. Ο πατέρας του, Αναστάσης Βασιλείου, καταγόταν από την οικογένεια των Ζιουλάτων και η μητέρα του, Κατερίνα Οικονόμου, από το χωριό Ραβεννή Φιλιατών. Η οικογένεια ζούσε στο μικρό χωριό Σουλόπουλο ή Σούλι Χρηστοβασίλη του νομού Ιωαννίνων, το οποίο ανήκε στον πατέρα του, που ασχολείτο με τα κτήματα, την κτηνοτροφία και την εκμίσθωση γης. Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα από τον ιερέα του χωριού του, για να συνεχίσει στο αλληλοδιδακτικό σχολείο της Ζίτσας, κατόπιν στην Κρετσούνιστα, και να ολοκληρώσει το Σχολαρχείο στην Ξάνθη, όπου διέμενε ο θείος του, Σπυράκης Βασιλείου. Το Γυμνάσιο συνέχισε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, την πόλη όπου ζούσε η σύζυγος του θείου του, Σπυράκη Βασιλείου. Από το 1875 όμηρος των τουρκικών αρχών, ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του στο αυτοκρατορικό Λύκειο της Κωνσταντινούπολης. Το πρώτο του ποίημα δημοσίευσε στα δεκαπέντε του χρόνια, με τον τίτλο «Ελεγείον», στο περιοδικό Κλειώ της Κωνσταντινούπολης, το 1877, ενώ το επόμενο έτος, δραπέτευσε από την Πόλη για να συμμετάσχει στη μάχη του Λυκουρσίου, όπου ηττήθηκαν οι έλληνες και ο Χρηστοβασίλης σώθηκε εντασσόμενος ενδεχομένως σε κάποιο κλέφτικο σώμα. Στην συνέχεια εργάσθηκε ως γραμματέας (1881-1885) στα κτήματα του Χρηστάκη Ζωγράφου, στη Θεσσαλία, όπου και ο θείος του Σπυράκης Βασιλείου υπηρετούσε τότε ως γενικός επιστάτης. Το 1882 τέλεσε τον πρώτο του γάμο με την Σωσάννα Παπασταύρου. Απέκτησαν τρία παιδιά, εκ των οποίων τα δύο πέθαναν το 1889, ενώ τον επόμενο χρόνο αποδήμησε και η ίδια η σύζυγός του. Το 1896 παντρεύτηκε την Αλεξάνδρα Γιώτη στο Καρπενήσι, με την οποία απέκτησαν επτά παιδιά. Δύο γιοι τους χάθηκαν πρόωρα, ενώ και τρίτος, ο αγαπημένος του Χρηστοβασίλη, πέθανε φοιτητής, το 1925.
Από το 1885 ο Χρηστοβασίλης εγκαταστάθηκε στην Αθήνα εργαζόμενος ως συντάκτης και δημοσιογράφος σε εφημερίδες, περιοδικά και ημερολόγια. Ανάμεσά τους και η Εφημερίς, το Μουσείον, η Νέα Εστία, τα Παναθήναια, το Ημερολόγιον των Κυριών, το Αττικόν Ημερολόγιον, η Κυψέλη, η Εστία, η Εθνική Αγωγή και η Ακρόπολις, για την οποία και πραγματοποίησε αποστολές στην Μακεδονία, την Κωνσταντινούπολη, τη Βουλγαρία, τη Μόσχα και την Παλαιστίνη. Δημοσίευε επίσης λαογραφικά άρθρα, όπως αυτά για την Ήπειρο, στην επιθεώρηση Εβδομάδα. Το 1889 διακρίθηκε στον διαγωνισμό διηγήματος της Ακροπόλεως με το διήγημα «Η καλείτερη αρχιχρονιά που επέρασα στη ζωή μου». Από το ίδιο έτος χρημάτισε διευθυντής της Εθνικής Εταιρείας Ελληνισμός, εκδίδοντας το περιοδικό Ελληνισμός, και αρθρογραφώντας επώνυμα ή με το ψευδώνυμο Ζευς Δωδωναίος, ως το 1909, οπότε και αποχώρησε. Διέμεινε τότε για έναν χρόνο στην Σμύρνη, στον θείο του Σπυράκη Βασιλείου, στην συνέχεια επισκέφθηκε την Πόλη και την Αθήνα, και τέλος εγκαταστάθηκε στα Ιωάννινα το 1913 και συμμετείχε στους εθνικούς αγώνες του τόπου του: τον Βορειοηπειρωτικό του 1914, την απόδοση των 16 χωριών της επαρχίας Φιλιατών από τους Τουρκαλβανούς, και των 79 εθνικών κτημάτων της Ηπείρου από τον Αλή πασά. Έδωσε μάχη εναντίον της βενιζελικής παράταξης, εξορίστηκε το 1917 για εννέα μήνες στην Νάξο, και εξελέγη βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος (το 1926 και το 1933). Αγωνίστηκε με κάθε τρόπο για το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Παράλληλα από το 1923 ως και το 1937 εξέδιδε την εφημερίδα Ελευθερία δύο φορές την εβδομάδα με μικρές διακοπές, ενώ το 1936 εξέδωσε και το περιοδικό Ηπειρωτικά Φύλλα. Ένθερμος δημοτικιστής, δημοσίευσε συλλογές διηγημάτων, ιστορικά διηγήματα, θεατρικά έργα, ποιήματα, ιστορικές και λαογραφικές μελέτες, άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες. Στην καθαρεύουσα συνέγραψε μόνο το έργο Εθνικά Άισματα και δημοσιεύσεις ιστορικού χαρακτήρα. Συνέταξε ακόμη γλωσσάρια, γραμματική της δημοτικής γλώσσας και μετέφρασε έργα του Βιργιλίου (αποσπάσματα από τα Βουκολικά), του Θεοκρίτου, του Οβιδίου και τα Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Καγιάμ (Umar Kayam). Έργα του μεταφράστηκαν στα ιταλικά και τα γερμανικά.
Βραβεύθηκε για το λογοτεχνικό του έργο από το Υπουργείο Παιδείας και για τον πατριωτικό του αγώνα με τον χρυσό Σταυρό του Σωτήρα. Πέθανε στην Αθήνα στις 21.2.1937.

Συλλογές διηγημάτων:
Διηγήματα της στάνης (1898), Διηγήματα της ξενιτειάς (1899), Διηγήματα θεσσαλικά (1900), Διηγήματα του βουνού και του κάμπου (1902), Διηγήματα. Από τα χρόνια της σκλαβιάς (1927), Διηγήματα του Μικρού Σκολειού (Απομνημονεύματα της μαθητικής μου ζωής) (1934), Ηρωϊκές ιστορίες του σπιτιού μου (ανέκδοτη).
Ιστορικά διηγήματα:
Ο Κατσαντώνης (1904), Σουλιώτες και Λιάπηδες (1905), ο καπετάν Καλόγηρος (1905).

Θεατρικά:
Ο ερωτόληπτος υποδηματοποιός (πεζό, 1893), Αγώνες του Σουλίου – Για την πατρίδα (έμμετρο δράμα, 1900), Διά την τιμή (τραγωδία, έμμετρο 1904). Ανέκδοτα έμμετρα δράματα: Ο Χριστός και ο Μωχαμέτης (Παιδομάζωμα), Αντίοχος και Στρατονίκη, Καταστροφή του Γαρδικιού και Κυρά Φροσύνη.

Ποιήματα που εκδόθηκαν αυτοτελώς:
Στ’ αδέρφια μας (1881), Η αγάπη (1897), Ο μαρμαρωμένος βασιληάς (1901), Οι δύο Κωνσταντίνοι (1917), Ο Μάρκο Μπότσαρης (1923), Η ώμορφη νύφη (1931), Οι θερίστρες (1933). Ανέκδοτη ποιητική συλλογή: Ώρες.

Ιστορικά – λαογραφικά
Εθνικά Άισματα 1453-1821 (²1902). Η δύναμις του ελληνισμού εν Ηπείρω και τα δίκαια αυτού (1902), Ήπειρος και Αλβανία (1904), Η Ήπειρος γεωγραφικώς και εθνολογικώς από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον (1905) Ηπειρωτικά παραμύθια (1906), Το ιστορικόν της αρπαγής των 16 χωρίων της επαρχίας Φιλιατών (1914), Η Ιμπλιακοποίησις των 79 χωρίων της Ηπείρου και οι αγώνες των κατοίκων των προς ανάκτησιν αυτών επί τε Τουρκοκρατίας και Ελληνικοκρατίας (1915).
Ανέκδοτες παραμένουν οι μεταφράσεις και τα γλωσσάρια.

[Πηγή: Μιχάλης Μερακλής και Χριστίνα Λύσσαρη, «Χρηστοβασίλης, Χρήστος», στο Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πατάκης∙ Δροσιά Κατσίλα, Ο βίος και το έργο του Χρηστοβασίλη. Γραμματολογική και αρχειακή μελέτη, Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, 2007∙ Άννα Χρυσογέλου – Κατσή, «Χρήστος Χρηστοβασίλης», στο Η παλαιότερη πεζογραφία μας, τόμ. Η΄, Σοκόλης, 1997, σ. 286-301.]

Χρηστομάνος, Κωνσταντίνος

  • Φυσικό Πρόσωπο
  • 1867-1911

Κωνσταντίνος Χρηστομάνος (1867-1911). Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του πανεπιστημιακού Αθανάσιου Χρηστομάνου. Εξαιτίας ενός ατυχήματος που είχε σε παιδική ηλικία έπασχε από κύφωση, ασθένεια που επηρέασε καθοριστικά την ψυχοσύνθεσή του. Φοίτησε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διέκοψε όμως τις σπουδές του το 1887 και έφυγε για σπουδές Φιλολογίας στη Βιέννη. Το 1891 αναγορεύτηκε διδάκτωρ στο πανεπιστήμιο του Ίνσμπρουκ και διορίστηκε δάσκαλος ελληνικών και συνοδός της αυτοκράτειρας της Αυστρίας Ελισσάβετ, θέση την οποία διατήρησε ως το 1893 συνεχίζοντας παράλληλα τις μελέτες του. Το καλοκαίρι του 1892 ασπάστηκε το καθολικό δόγμα κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής του στη βιβλιοθήκη του Βατικανού και ακολούθησαν πέντε μήνες μοναστικής ζωής (από το Νοέμβριο του 1892 ως το Μάρτιο του 1893) στο Μόντε Κασσίνο. Από το 1895 ως το 1899 παρέμεινε στη Βιέννη, όπου πραγματοποίησε πανεπιστημιακή καριέρα, αρχικά ως λέκτορας της ελληνικής γλώσσας και στη συνέχεια ως καθηγητής στο Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών. Έφυγε από τη Βιέννη έχοντας αποκτήσει τον τίτλο του Βαρώνου-Ιππότη του τάγματος του Αγίου Ιωσήφ και δημοσιεύσει δύο έργα στα γερμανικά: την ποιητική συλλογή "Orphische Lieder" και το δράμα "Die graue Frau", και τα δυο έντονα επηρεασμένα από το ρεύμα του συμβολισμού. Λόγος της αναχώρησής του από τη Βιέννη σε μια περίοδο κατά την οποία είχε αρχίσει να γίνεται γνωστός στους εκεί λογοτεχνικούς κύκλους ήταν η δημοσίευση του έργου του "Tagebucher". Ο Χρηστομάνος δημοσίευσε το έργο μετά το φόνο της Ελισσάβετ από έναν Ιταλό αναρχικό στη Γενεύη, γεγονός που προκάλεσε τη δυσαρέσκεια της Αυλής και την παραίτησή του από το πανεπιστήμιο. Ταξίδεψε στη Γαλλία και την Ιταλία και εγκαταστάθηκε το Νοέμβριο του 1901 στην Αθήνα, όπου ίδρυσε τη "Νέα Σκηνή", θίασο που συνέβαλε ουσιαστικά στην ανανέωση της ελληνικής σκηνικής πράξης (εισήγαγε την έννοια του σκηνοθέτη και τις σύγχρονες τεχνικές της υποκριτικής, ανανέωσε το ρεπερτόριο παρουσιάζοντας στο αθηναϊκό κοινό έργα του Ίψεν, του Τολστόι, του Τουργκένιεφ, όλα μεταφρασμένα από τον Χρηστομάνο, καθώς και Έλληνες συγγραφείς, όπως Κορομηλά, Άννινο, Καμπύση, Ξενόπουλο κ.ά. Επίσης, παρουσίασε μεταφράσεις αρχαίας τραγωδίας στη δημοτική γλώσσα). Η "Νέα Σκηνή", αν και καλλιτεχνικά αποτέλεσε σημείο αναφοράς του νεοελληνικού θεάτρου, κατέστρεψε οικονομικά τον Χρηστομάνο, εξωθώντας τον να εγκαταλείψει την προσπάθειά του το 1905 και να αφοσιωθεί έκτοτε στη συγγραφή. Το 1908 κυκλοφόρησε στα ελληνικά το έργο του για την Ελισσάβετ με τίτλο "Το βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισσάβετ". Σελίδες ημερολογίου με πρόλογο του Μ. Μπαρρές και άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες το μυθιστόρημα "Η κερένια κούκλα" στην εφημερίδα "Πατρίς", το οποίο εκδόθηκε αυτοτελώς το 1911.Την ίδια χρονιά ο θίασος της Μαρίκας Κοτοπούλη ανέβασε χωρίς επιτυχία το έργο του "Τα τρία φιλιά". Πέθανε στην Αθήνα το 1911.

Χρηστομάνου, οικογένεια

  • Οικογένεια

Ο Αναστάσιος Χρηστομάνος γεννήθηκε στη Βιέννη το 1841. Σπούδασε στο Πολυτεχνείο της Βιέννης, της Καρλσρούης και της Χαϊδελβέργης και το 1861 αναγορεύθηκε διδάκτορας. Παντρεύτηκε την κόρη του βαυαρού αυλικού γιατρού Λινδερμάγερ και απέκτησε δύο παιδιά: τον Αντώνιο Χρηστομάνο και τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο.
Διετέλεσε διευθυντής χημικών εργαστηρίων μεγάλων εργοστασίων στην Φραγκφούρτη και τη Μόσχα. Το 1862 εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, προσκεκλημένος από τον υπουργό Παιδείας Επαμ. Δεληγεώργη. Το επόμενο έτος διορίστηκε υφηγητής της χημείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1866 προβιβάσθηκε σε τακτικό καθηγητή της γενικής χημείας. Παράλληλα εξελέγη καθηγητής Φυσικής στο Πολυτεχνείο. Το 1897 χρημάτισε πρύτανης του Πανεπιστήμιου.
Οργάνωσε τις χημικές σπουδές στην Ελλάδα και το 1883 ίδρυσε το Χημείο του Πανεπιστημίου. Μελέτησε τον ακριβή προσδιορισμό του ειδικού βάρους του αργύρου, τις μεθόδους προσδιορισμού μετάλλων της ομάδας των αλκαλίων και τη σύνθεση του διφαινυλίου και των ελληνικών χρωμιτών. Ανέλαβε πολλές αποστολές της κυβέρνησης και αντιπροσώπευσε το πανεπιστήμιο σε επιστημονικά συνέδρια. Το 1866 ανακάλυψε στην Θήρα ίχνη προϊστορικών κατοικιών. Πέθανε στην Αθήνα το 1906.
Από τα έργα του γνωρίζουμε τα εξής: Αναλυτικοί πίνακες (1885), Στοιχεία χημείας, Ανόργανος και οργανική χημεία (2 τ. 1887) και Εισαγωγή εις την χημείαν (1891).
[Πηγές: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία, Αθήνα, Πυρσός, τομ. ΚΔ΄· Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983, τομ. 9Β]

Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, γιος του Αναστασίου Χρηστομάνου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1867. Από μικρός έπασχε από κύφωση. Το 1884 ενεγράφη στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά την εγκατέλειψε στο τρίτο έτος, για να σπουδάσει φιλολογία στην φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου της Βιέννης. Το 1887 δημοσίευσε την μελέτη: Γενεαλογικά μελετήματα Α΄. Το γένος Λίμπονα εξ ανεκδότου πραγματείας: Το αθηναϊκόν αρχοντολόγιον και ο βυζαντινισμός εν Αθήναις/ Ελλάδι. Το 1891 αναγορεύθηκε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Ίνσμπουρκ. Ο τίτλος της διατριβής του ήταν Περί των Βυζαντινών θεσμών εν τω Φραγκικώ Δικαίω. Κατά το διάστημα 1891-1893 διετέλεσε αποσπασματικά δάσκαλος ελληνικών και συνοδός της αυτοκράτειρας της Αυστρίας Ελισάβετ. Τότε έλαβε την αυστριακή υπηκοότητα και τον τίτλο του Βαρώνου και του Ιππότου του τάγματος του Φραγκίσκου Ιωσήφ. Μέλος της Εραλδικής Εταιρείας στη Βιέννη, εργάσθηκε εθελοντικά για μερικούς μήνες στην Βιβλιοθήκη του Βατικανού στη Ρώμη. Εκεί ασπάσθηκε το καθολικό δόγμα και μόνασε για πέντε μήνες (Νοέμβριος 1892-Μάρτιος 1893) στο μοναστήρι του Μόντε Κασσίνο. Ανήκε στην ιδρυτική ομάδα του περιοδικού Wiener Rundschau (1892). Το 1895 διορίσθηκε λέκτορας των Νέων Ελληνικών στην Βιέννη και καθηγητής στο Ινστιτούτο Ανατολικών Γλωσσών. Αναγκάσθηκε να παραιτηθεί τον Δεκέμβριο του 1898, όταν με την έκδοση του βιβλίου του Tagebucher (Φύλλα ημερολογίου) προκάλεσε την δυσαρέσκεια της Αυλής και την απαγόρευση του έργου από την λογοκρισία. Το πεζογράφημα μεταφράστηκε στα γαλλικά, τα ιταλικά και αργότερα στα ελληνικά, με τίτλο: Το βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισάβετ, φύλλα ημερολογίου (1911). Θέμα του βιβλίου αποτελούσαν οι συναντήσεις του αφηγητή, με την αυτοκράτειρα Ελισάβετ, γνωστή ως Πριγκίπισσα Σίσσυ. Ο Χρηστομάνος εγκατέλειψε οριστικά την Αυστρία, ταξίδεψε στο Παρίσι, την Νεάπολη, την Μασσαλία, την Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εκείνη την εποχή έγραψε και το μοναδικό ποιητικό του έργο: Orphische Lieder (Ορφικά τραγούδια, 1899). Το 1901 ίδρυσε το θέατρο «Νέα Σκηνή», εργαζόμενος ο ίδιος ως σκηνοθέτης. Ανέβασε έργα των Ίψεν, Τολστόι, Γκολντόνι, Τουργκένιεφ, και των ελλήνων Καμπύση, Ξενόπουλου και Μ. Αυγέρη. Παρουσίασε επίσης πολλές ελαφρές κωμωδίες και έργα του γαλλικού Βουλεβάρδου. Η «Νέα Σκηνή» έκλεισε το 1905 λόγω οικονομικών δυσκολιών. Στα θεατρικά του έργα συγκαταλέγονται: το ονειρόδραμα Die graue Frau (1898, στα ελληνικά: Η σταχτυά γυναίκα χ.χ.), Τα τρία φιλιά· Τραγική σονάτα σε τρία μέρη (παίχθηκε το 1909 από το θέατρο της Μαρίκας Κοτοπούλη) και η τρίπρακτη αθηναϊκή ηθογραφία Ο Κοντορεβυθούλης (1909). Το 1911 δημοσίευσε το δεύτερό του πεζογράφημα: Η κερένια κούκλα· Αθηναϊκό μυθιστόρημα, το οποίο διασκευάστηκε σε θεατρικό από τον Παντ. Χορν το 1915. Ο Κ. Χρηστομάνος πέθανε στην Αθήνα το 1911, σε ηλικία 44 ετών.
Άφησε ανέκδοτες τις μεταφράσεις των τραγωδιών Αντιγόνη και Άλκηστις. Η τελευταία είχε πραγματοποιηθεί σε συνεργασία με τον Ηλ. Π. Βουτιερίδη και αποτέλεσε το πρώτο αρχαίο δράμα που παίχθηκε μεταφρασμένο στην δημοτική. Στα ανέκδοτα συγκαταλέγονταν και τα γερμανικά έργα: Η αυλιτρίς και Η ζωή.
[Πηγές: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία, Αθήνα, Πυρσός, τομ. ΚΔ΄· Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983, τομ. 9Β· Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, http://el.wikipedia.org/wiki/, τελευταία επίσκεψη: 17/10/2006· Το βιβλίο στην Ελλάδα. Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών. Χρηστομάνος Κωνσταντίνος http://book.culture.gr/1935/detail.asp?ID=414, τελευταία επίσκεψη: 17/10/2006· Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο 1900-1914, Αθήνα, Σοκόλης, τομ. ΙΑ]

Χριστιανική Ένωση Νεανίδων (ΧΕΝ)

  • Νομικό Πρόσωπο
  • 1923 -

Το 1923 ιδρύθηκε στην Αθήνα η «Χριστιανική Ένωσις Νεανίδων» (ΧΕΝ), όπως αποδόθηκε στα ελληνικά το όνομα της YWCA, από γυναίκες – μέλη της YWCA της Σμύρνης. Το 1939 με απόφαση του δικτατορικού καθεστώτος, η ΧΕΝ διαλύθηκε, όπως και οι περισσότερες Οργανώσεις Νεότητας. Ανασυστάθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εξαπλώθηκε στον Ελληνικό χώρο, τόσο σε αστικές όσο και σε αγροτικές περιοχές.Το 1947, μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, ιδρύεται η ΧΕΝ Ελλάδος, ως κοινό όργανο επικοινωνίας, συνεργασίας και εκπροσώπησης και δημιουργεί υποδομές πανελλήνιας Οργάνωσης. Στο πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο συμμετείχαν μέλη από τις ΧΕΝ Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Κηφισιάς και Πάτρας.
Πηγή: https://www.xen.gr/history/ [Τελευταία επίσκεψη: 11/6/2020]

Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία (ΧΑΕ)

  • Νομικό Πρόσωπο

Η Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1884, με σκοπό την περισυλλογή και τη διάσωση των μνημείων της χριστιανικής αρχαιότητας, καθώς και τη δημιουργία Μουσείου Χριστιανικής Αρχαιολογίας. Καθοριστική για το έργο και τον χαρακτήρα της ΧΑΕ κατά τις πρώτες δεκαετίες της λειτουργίας της ήταν η δράση του ιδρυτικού της μέλους Γεωργίου Λαμπάκη. Με την ιδιότητα του εφόρου του Μουσείου της ΧΑΕ, αλλά και του γενικού γραμματέα της από το 1901 έως το 1914, εργάσθηκε με αξιοθαύμαστο ζήλο για τη διάσωση των χριστιανικών μνημείων, με σημαντικότερο έργο του τη συγκρότηση και τη σχολαστική τεκμηρίωση της Συλλογής της Εταιρείας. Με τη φροντίδα του συγκροτήθηκε επίσης το πολύτιμο φωτογραφικό αρχείο «χριστιανικών» μνημείων από την Ελλάδα και τη Μικρά Ασία, το οποίο αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της Συλλογής της ΧΑΕ. Αναλυτικός κατάλογος των φωτογραφιών δημοσιεύτηκε στο Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, τεύχος Θ΄, 1910.

Ο θάνατος του Γ. Λαμπάκη το 1914, αλλά και οι ιστορικές συγκυρίες της χώρας είχαν ως αποτέλέσμα τον περιορισμό της δράσης της ΧΑΕ. Το 1923 το μεγαλύτερο μέρος της Συλλογής της, η Βιβλιοθήκη και το Αρχείο της περιήλθαν στο Βυζαντινό Μουσείο, ενώ η Εταιρεία, μολονότι ανέστειλε τη συλλεκτική της δράση, συνέχισε να δραστηριοποιείται ως επιστημονικό σωματείο έως τις μέρες μας.

Αποτελέσματα 8301 έως 8400 από 8449